Ο εφιάλτης επιστρέφει: Ο Κώστας Πάσσαρης είναι έτοιμος για την απελευθέρωσή του – Όλη η ιστορία του | Pagenews.gr
Pagenews Team 12 Δεκεμβρίου 2017, 11:56 12 Δεκεμβρίου 2017, 11:56

Έχουν περάσει 16 χρόνια από την ημέρα που ο κακοποιός, Κώστας Πάσσαρης διέφυγε στο Βουκουρέστι για να συλληφθεί λίγο αργότερα στη Ρουμανία και πλέον είναι ορατό το ενδεχόμενο να παραγραφούν τα αδικήματά του στην Ελλάδα. 

Ένας από τους πιο αδίστακτους κακοποιούς που απασχόλησε έντονα το πανελλήνιο το 2001, όταν σκότωσε δύο αστυνομικούς και τραυμάτισε σοβαρά έναν σωφρονιστικό υπάλληλο φαίνεται πως βρίσκεται ένα βήμα πριν από την… ελευθερία του.

Ο λόγος; Η ασυνεννοησία των Αρχών, όπου οδήγησε σε νέα αναβολή της δίκης του από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας για τον Σεπτέμβριο του 2018.

Όπως γράφει η Espresso, ο εισαγγελέας της έδρας επισήμανε ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων που διέπραξε ο διαβόητος κακοποιός, ο οποίος κρατείται από το 2001 στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Γκέρλα, στη Ρουμανία.

«Η κωλυσιεργία των Αρχών σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών για τη μεταγωγή του στην Ελλάδα μας σκοτώνει ξανά» λέει μέσω των δικηγόρων της στον ΑΝΤ1 η οικογένεια του αρχιφύλακα Διονύση Αλεβιζόπουλου ο οποίος σκοτώθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2001 από τον Πάσσαρη κατά τη διάρκεια μεταγωγής.

«Θέλουμε την απονομή της Δικαιοσύνης, για τη δικαίωση της μνήμης του αδικοχαμένου Διονύση μας. Κάθε αναβολή μας σκοτώνει ξανά. Το άκουσμα της γίνεται σφαίρα στην καρδιά μας. Φοβόμαστε ότι η δίκη δεν θα γίνει ποτέ. Κάνουμε έκκληση να γίνει η δίκη, πριν παραγραφούν τα εγκλήματα» λένε οι συγγενείς του.

«Πολλοί μάρτυρες δεν ήταν στη δίκη, κάποιοι έχουν πεθάνει. Οδηγούμαστε σε μία δίκη απόντων με κίνδυνο να μην υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά…» εξηγεί ο δικηγόρος της οικογένειας Αλεβιζόπουλου, Αλέξης Αναγνωστάκης.

Να σημειώσουμε ότι ο Κώστας Πάσσαρης κρατείται σε φυλακές στη βορειοδυτική Ρουμανία. Σύμφωνα με το δικηγόρο του ο καταδικασμένος σε δις ισόβια έχει αλλάξει στάση ζωής, έχει αφιερωθεί στο Θεό και θέλει να δικαστεί στην Ελλάδα.


Το ιστορικό ενός αμετανόητου εγκληματία

Το παρελθόν του Πάσσαρη είναι πλούσιο σε παραβατική συμπεριφορά και καταδίκες. Γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1975, όταν ο πατέρας του ήταν μόλις 17 ετών, ενώ η μητέρα του, η Ρουμάνα Μαρία Αυγούστα, πέθανε έξι χρόνια αργότερα. Όσοι τον ήξεραν από μικρό τον χαρακτήριζαν ατίθασο παιδί. Όταν ήταν 15 ετών, η αστυνομία βρήκε στο σπίτι του κλεμμένα αντικείμενα. Οδηγήθηκε στο αναμορφωτήριο για έξι μήνες, έπειτα απολύθηκε υπό όρο και, λίγο καιρό αργότερα, συνελήφθη για επαιτεία και οδηγήθηκε εκ νέου σε αναμορφωτήριο.

Όταν υπηρετούσε στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού, στην Κομοτηνή, κατηγορήθηκε για κλοπές μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Στις αρχές του 1995 συνελήφθη από τη Στρατονομία, βρέθηκε έγκλειστος στις Στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνα, από όπου ένα χρόνο αργότερα απέδρασε! Κηρύχθηκε λιποτάκτης και καταζητείτο.

Αργότερα κατά το έτος 1996 λήστεψε υπό την απειλή όπλου μία γυναίκα που πουλούσε φρούτα στον ηλεκτρικό σταθμό της Kαλλιθέας, ακολούθησε καταδίωξη από αστυνομικούς, εναντίον των οποίων δεν δίστασε να πυροβολήσει, όμως τελικά συνελήφθη επί τόπου.

Eκτίοντας την ποινή του στις φυλακές Kασσάνδρας, στη Xαλκιδική, γνωρίσθηκε με τον Pουμάνο Nικολάε Γκόρεα Στις 4 Δεκεμβρίου του 1999 αποφυλακίσθηκε και συνένωσε τις εγκληματικές του τάσεις με τον ως άνω Ρουμάνο και έναν άλλο ομοεθνή του, Iον Bασίλι. Σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, από τις 31 Iανουαρίου έως τις 17 Φεβρουαρίου του 2000 πραγματοποίησαν από κοινού ληστείες σε ξενοδοχεία, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και ταξιδιωτικά γραφεία στο κέντρο της Aθήνας.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2000 και οι τρεις συνεπλάκησαν με αστυνομικούς στην πλατεία Bάθη, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν δύο αστυνομικοί και να σκοτωθεί ο Bασίλι. Ο Πάσσαρης μετά τη συμπλοκή είχε τηλεφωνήσει στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha και είχε απειλήσει τους αστυνομικούς με αντίποινα: «Θα σκοτώσω τρεις αστυνομικούς για να εκδικηθώ», ήταν τα λόγια του. Οι έρευνες των διωκτικών αρχών εντατικοποιήθηκαν και τελικά τρεις ημέρες αργότερα συνελήφθη στην πλατεία Aμερικής έχοντας πάνω του πιστόλι και χειροβομβίδα.

Tο απόγευμα της ίδιας ημέρας έπεφτε νεκρός έπειτα από συμπλοκή με αστυνομικούς στην Πετρούπολη ο άλλος συνεργός του, Νικολάε Γκόρεα. Το μένος του εναντίον των αστυνομικών, έπειτα από το θάνατο και του άλλου του συνεργού, μπορεί να το φανταστεί ο καθένας. Μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος έλεγε μπροστά στις κάμερες: «Έχω μακρά εμπειρία με τους αστυνομικούς, με ταλαιπωρούν από μικρό… Έχω πρόβλημα με αυτούς που έρχονται να με συλλάβουν, όχι με όλους».


Η απόδραση

O Πάσσαρης την ημέρα της μεταγωγής του έχει συμπληρώσει περίπου ένα χρόνο συνεχόμενου εγκλεισμού και το «ποινικό» ιστορικό του δεν τον κατατάσσει σε καμία περίπτωση στην κατηγορία των ακίνδυνων κρατουμένων. Χωρίς να προηγηθεί σωματικός έλεγχος, επιβιβάζονται στο υπηρεσιακό όχημα, το οποίο λίγο αργότερα φτάνει κανονικά στο νοσοκομείο και οι αστυνομικοί με τον Πάσσαρη μπαίνουν στο χώρο υποδοχής. Η συνέχεια της αφήγησης του περιστατικού ανήκει στον ειδικό φρουρό:

«Πήγαινα μπροστά για τις πληροφορίες. Πίσω μου ακολουθούσαν ο κρατούμενος και οι δύο αρχιφύλακες. Ξαφνικά ακούω μπαμ-μπαμ, γυρνάω· είδα τον κρατούμενο να στρέφει πάνω μου ένα όπλο φορώντας χειροπέδες. Μετά δέχτηκα τις σφαίρες και δεν θυμάμαι τίποτε άλλο…». Οι δύο συνάδελφοί του ήταν ήδη νεκροί κι ο Πάσσαρης εξαφανιζόταν τρέχοντας προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Ο κόσμος που έζησε το συμβάν έτρεχε να κρυφτεί κι επικράτησε πανικός σε όλη τη νοσοκομειακή μονάδα. Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα έκτακτα δελτία ειδήσεων διαδέχονταν το ένα το άλλο, ενώ στα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Δημοσίας τάξεως, στη Γ.Α.Δ.Α. και στη Φυλακή Κορυδαλλού είχε ήδη σημάνει συναγερμός. Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν ήταν άπειρα, με πρώτο και καλύτερο το πώς βρέθηκε το όπλο στα χέρια του Πάσσαρη. Δεν ήταν γνωστό αν είχε συνεργούς, αν το μετέφερε από τη φυλακή ή αν του το έδωσαν στο νοσοκομείο, ούτε το διευκρίνισε ποτέ ο ίδιος.

Σημαντική λεπτομέρεια: χρονικά βρισκόμαστε ακριβώς έναν χρόνο και τρεις ημέρες μετά το θάνατο του φίλου του στη συμπλοκή με τους αστυνομικούς στην Πλατεία Βάθη…«Θα σκοτώσω τρεις αστυνομικούς για να εκδικηθώ», είχε πει και σχεδόν το κατάφερε, παρόλο που υποστήριξε μετά από χρόνια: «Δεν ήθελα να πυροβολήσω κανέναν… Σκοπό είχα να τους αφοπλίσω και να φύγω, αλλά ο Αλεβιζόπουλος τράβηξε όπλο κι από κει δεν υπάρχει γυρισμός. Έκανα δεκάδες ληστείες χωρίς να πυροβολήσω κανέναν κι ας υπήρχαν ένοπλοι φρουροί». Για τον Φυσέκη, που επιβίωσε τελικά, ο Πάσσαρης είπε σε τηλεοπτική συνέντευξη: «Χαίρομαι που επιβίωσε ο Φυσέκης, γιατί δεν γνώριζα ότι ήταν σωφρονιστικός υπάλληλος. Ήταν χειμώνας, φόραγαν τζάκετ κι είχα κάθε λόγο να υποθέσω ότι ήταν οπλισμένος…Θα πρέπει κάποια στιγμή να βγει και να πει την αλήθεια».

Στο πόρισμα που εκδόθηκε πολύ αργότερα από τον εισαγγελέα Γιάννη Μωραϊτάκη αναφερόταν: «οι εσωτερικοί κανονισμοί της φυλακής δεν προβλέπουν την εξονυχιστική σωματική έρευνα στους υπό μεταγωγή κρατούμενους, παρά μόνο στους εισερχόμενους, στους οποίους η έρευνα πρέπει να πραγματοποιείται διακριτικά έτσι ώστε να μη θίγεται η αξιοπρέπειά τους. Την έρευνα θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιήσει οι αστυνομικοί συνοδοί των κρατουμένων. Σύμφωνα με τα άρθρα 144 έως 154 του Π.Δ. 141/1991 πριν από την παραλαβή των μεταγομένων ο επικεφαλής των αστυνομικών ενεργεί προσεκτική έρευνα στους κρατούμενους και τις αποσκευές τους για την ανεύρεση όπλων, ναρκωτικών ή άλλων αντικειμένων που μπορεί να διευκολύνουν την απόδρασή τους». Σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη, ούτε ασφαλίστηκαν με χειροπέδες οι κρατούμενοι εντός της κλούβας.

Όσον αφορά το εάν ο Πάσσαρης γνώριζε εκ των προτέρων την ημέρα μεταγωγής του, το πόρισμα αναφέρει: «Υπάρχει ενδεχόμενο να είχε την ευκαιρία να μεθοδεύσει και να οργανώσει την απόδρασή του με πολύ πιθανές τηλεφωνικές συνεννοήσεις που έκανε από τα εφτά συνολικά καρτοτηλέφωνα που βρίσκονται στη Δ΄ πτέρυγα όπου εκρατείτο». Ο κρατούμενος Χαράλαμπος Φραγκόπουλος κατέθεσε στον εισαγγελέα Μωραϊτάκη ότι όταν η κλούβα βγήκε από τη φυλακή, ο Πάσσαρης φώναξε μία φορά το όνομα «Λεωνίδας» και ότι ο ίδιος παρατήρησε καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μία μοτοσικλέτα να παρακολουθεί την αστυνομική κλούβα. Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε από κανέναν άλλο κρατούμενο που επέβαινε στο ίδιο όχημα με τον Πάσσαρη.

Ο ίδιος, αρκετά χρόνια αργότερα, τοποθετήθηκε σε σχέση με την απόδραση: «Απέδρασα, όχι γιατί ήμουν έξυπνος ή διαφορετικός από τους άλλους, απλώς το σύστημα δεν το περίμενε αυτό από εμένα».


Οι επόμενες μέρες

Δεν μεσολάβησε καν ένας μήνας όταν, στις 2 Μαρτίου 2001, δύο άντρες λήστεψαν το υποκατάστημα της ΔΕΗ στο Περιστέρι. Την ώρα που έφευγαν με μια μοτοσικλέτα, αυτός που καθόταν στη θέση του συναναβάτη γύρισε και σημάδεψε τον ταμία Γιάννη Παπαλεξανδρή, 36 ετών, ο οποίος αποπειράθηκε να τους καταδιώξει. Πυροβόλησε και τον σκότωσε. Η Αστυνομία ύστερα από έρευνες κατέληξε στο πρόσωπο του Πάσσαρη.

Σύμφωνα με τον Τύπο, η πληροφόρηση του οποίου βασιζόταν σε πηγές προερχόμενες από την Αστυνομία, ο Πάσσαρης στις 10 Μαΐου 2001 γνώρισε μια κοπέλα από τη Βουλγαρία, μόλις 22 ετών, που ήταν ιερόδουλη. Έμειναν μαζί σε ένα ξενοδοχείο του Παλαιού Φαλήρου για δύο ημέρες. Κάποια στιγμή η Μπλάγκα Σλάτσεβα αντελήφθη με ποιον είχε να κάνει και το μεσημέρι της 11ης Μαΐου, την οδήγησε με τη βία σε άλσος στο Τροκαντερό, την έβαλε να γονατίσει και την πυροβόλησε εν ψυχρώ στο πρόσωπο. Ο Πάσσαρης όταν ερωτήθηκε για αυτό το περιστατικό, είπε ότι πρόκειται για ηλιθιότητες του Τύπου.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, με μια κλεμμένη BMW, κατέβηκε στον Πειραιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ασφάλειας, ο Πάσσαρης εισέβαλε στο τουριστικό γραφείο "Sea Line" στην Ακτή Ποσειδώνος 30 και απείλησε τις δύο γυναίκες υπαλλήλους. Άρπαξε μισό εκατομμύριο δραχμές, κλείδωσε τις γυναίκες στην τουαλέτα κι εξαφανίστηκε. Αμέσως μετά μπήκε σε ένα κατάστημα χρωμάτων στην οδό Ιπποδαμείας 6 και πάλι απειλώντας με το πιστόλι του άρπαξε 80.000 δραχμές κι έφυγε με την ίδια BMW. Είκοσι λεπτά αργότερα και ενώ είχε ειδοποιηθεί η Αστυνομία του Πειραιά για τις ληστείες εντοπίστηκε το αυτοκίνητο στη διασταύρωση Πειραιώς και Καρ. Δημητρίου στο Φάληρο από περιπολία της Ασφάλειας Πειραιά και άρχισε η διακριτική του παρακολούθηση. Όμως, στην οδό Υψηλάντους πέρασε ένα περιπολικό της Άμεσης Δράσης και, σύμφωνα με την Ασφάλεια Αττικής, ο Πάσσαρης θεώρησε ότι ενδεχομένως να έπεσε σε μπλόκο. Σταμάτησε το αυτοκίνητο, πυροβόλησε τρεις φορές εναντίον των αστυνομικών της Ασφάλειας κι εξαφανίστηκε.

Πέρασε ένας μήνας και στις 26 Ιουνίου 2001, το βράδυ, μαζί με το Ρουμάνο φίλο και συνεργό του, Ραντουκάν ή Πόπα, μπήκαν στο φούρνο "Βενέτη" στην οδό Τατοΐου 110, στη Ν. Ερυθραία, και απείλησαν τους υπαλλήλους με όπλα. Πήραν μικρά ποσά από τον καθένα τους και την ταυτότητα της Μαρίας Πέτκοβα. Χαλάρωσαν για ένα μήνα. Μέχρι τις 27 Ιουλίου 2001 που πάλι οι δυο τους, σύμφωνα με την Ασφάλεια, λήστεψαν την Εμπορική Τράπεζα στην οδό Χαρ. Τρικούπη 7 στον Άλιμο, από όπου άρπαξαν 20 εκατομμύρια δραχμές. Τα μισά από αυτά, λέει η Ασφάλεια, βρέθηκαν στο διαμέρισμα της οδού Ιππάρχου, στο Νέο Κόσμο, όπου έγινε η μεγάλη αποτυχημένη επιχείρηση της Αστυνομίας στις 31 Ιουλίου. Τότε ήταν που συνελήφθη ο Πολυδωρόπουλος.

Όπως ανακοινώθηκε στις 10/12/2002 από την Aσφάλεια Aττικής, ο Πάσσαρης είναι ο δράστης της διπλής απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Aλβανού Aντρέα Σέρα και της φίλης του Xρυσάνθης Mαμνιόγλου, που έλαβε χώρα στις 11 Aυγούστου του 2001, στη συμβολή των οδών Λυκούργου και Σιβιτανίδου στην Kαλλιθέα. Eπιπλέον, ο Πάσσαρης είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας της ιατρού Mαρίας Σαφού και της απόπειρας ανθρωποκτονίας της αδελφής της Aργυρώς Xρηστάκου μέσα στο φαρμακείο της τελευταίας, στην οδό Πιπίνου 21 στην Kυψέλη, στις 28 Aυγούστου του 2001.

Υπάρχουν και πολλές άλλες ανεξιχνίαστες υποθέσεις, τις οποίες εξετάζει η αστυνομία, όπου φέρεται να έχει συμμετάσχει ο Πάσσαρης, όμως δεν έχει συγκεκριμένα ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος του.


Το φιάσκο της αστυνομίας στον Νέο Κόσμο

Περί τα τέλη Ιουνίου 2001 η ΕΛ.ΑΣ. κάνει έφοδο σε ένα διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο, στην οδό Ιππάρχου 52-54, όπου – σύμφωνα με πληροφορίες που αποδείχθηκαν αληθινές – υπήρχαν όπλα, χειροβομβίδες, ασυρμάτοι, λίστες με τις συχνότητες της Αστυνομίας και ναρκωτικά και συλλαμβάνουν επί τόπου τον 24χρονο Δημήτρη Πολυδωρόπουλο, πρώην κρατούμενο.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης προκύπτουν στοιχεία ότι ο Πολυδωρόπουλος, όχι μόνο υπήρξε συγκρατούμενος του Πάσσαρη, αλλά ήταν και κατά περίσταση συγκάτοικοι σε εκείνο το ίδιο διαμέρισμα!

Η ευκαιρία που παρουσιάστηκε ήταν σπάνια. Οργανώθηκε από τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα του Σώματος γιγαντιαία επιχείρηση σύλληψης του δραπέτη και το απόγευμα της 31/7/2001 επιστρατεύθηκαν περισσότεροι από εκατό αστυνομικοί. Σχεδόν όλοι τοποθετήθηκαν σε διάφορα «πόστα» στους γύρω από το διαμέρισμα δρόμους, ενώ μια επταμελής ομάδα των ειδικών δυνάμεων της ΕΛ.ΑΣ τον περίμενε μέσα στο διαμέρισμα.

Μετά από πολύωρη αναμονή, γύρω στις 23:00 δόθηκε το σήμα: «Άγνωστο και ύποπτο άτομο πλησιάζει την είσοδο της πολυκατοικίας». Δευτερόλεπτα μετά, αφού μπήκε κλειδί στην πόρτα, ακούστηκε η φράση: «Δημήτρη, τι έγινε;». Οι αστυνομικοί φώναξαν από μέσα,. πριν καν μπει στο διαμέρισμα: «Αστυνομία! ακίνητος». Ο άγνωστος έκλεισε την πόρτα και την ίδια στιγμή ο ένας αστυνομικός πυροβόλησε διαδοχικά πίσω από την πόρτα. Μια σφαίρα πέτυχε το πόδι του αγνώστου, προκαλώντας του μικρό τραύμα. Ο άγνωστος έφυγε τρέχοντας. Κατέβηκε τους δύο ορόφους κι εξαφανίστηκε προς την οδό Εκαταίου.

«Αιφνιδιάστηκαν», είπε λίγες μέρες αργότερα ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. αντιστράτηγος Γεωργακόπουλος, αναφερόμενος στους αστυνομικούς που βρίσκονταν μέσα στο διαμέρισμα. «Ειδοποίησαν, αλλά μέχρι να γίνει αυτό είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος και ο κακοποιός πρόλαβε να φύγει». «Μια άτυχη στιγμή…», θα πει αργότερα ο διοικητής της Ασφάλειας Αττικής, ταξίαρχος Γ. Αγγελάκος, που δήλωσε «ο Πάσσαρης στάθηκε τυχερός κι εμείς άτυχοι», ενώ προανήγγειλε τη σύλληψη του δραπέτη λέγοντας: «Είναι λίγες οι ώρες του».

«Ήταν μια πολύ καλά σχεδιασμένη επιχείρηση που κατά ένα μέρος της απέτυχε στην πρακτική της εφαρμογή», θα προσθέσει. Και εντόπισε το «μέρος» αυτό στο σημείο όπου, μετά τους πυροβολισμούς και την πεζή απομάκρυνση του Πάσσαρη, οι άντρες των ΕΚΑΜ που ήταν μέσα στο διαμέρισμα δεν ενημέρωσαν εγκαίρως τους συναδέλφους τους που ήταν σκορπισμένοι στην περιοχή γύρω από την πολυκατοικία της οδού. Βασικές προτεραιότητες του σχεδίου ήταν να αποφευχθούν πάση θυσία οι περιπτώσεις τραυματισμού κάποιου αθώου πολίτη ή κάποιου αστυνομικού, ομηρίας κάποιου ενοίκου της πολυκατοικίας ή περαστικού.

Ο Πάσσαρης, αφηγούμενος το περιστατικό, υποστηρίζει ότι κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά όταν πλησίασε στο διαμέρισμα και μόλις άνοιξε την πόρτα έριξε μέσα μια χειροβομβίδα, χωρίς να την απασφαλίσει. Οι σφαίρες των αστυνομικών τον βρήκαν μία στο πόδι και μία στο αλεξίσφαιρο γιλέκο που φορούσε! «Ήμουν τυχερός», παραδέχθηκε. Αμέσως έφυγε και μόλις βγήκε στο δρόμο βρήκε τυχαία ένα ταξί, που τον μετέφερε μακριά. Την ώρα που το ταξί απομακρυνόταν, από το αντίθετο ρεύμα περνούσαν τζιπ της αστυνομίας που έσπευδαν επί τόπου και τότε συνειδητοποίησε τί είχε συμβεί.

Η σύλληψη στη Ρουμανία

Τελικά, αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν οι Έλληνες αστυνομικοί το πέτυχαν Ρουμάνοι συνάδελφοί τους. Ο Πάσσαρης, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου διέφυγε με πλαστό διαβατήριο για τη Ρουμανία – όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η μητέρα του είχε γεννηθεί εκεί – όπου συνέχισε τη δράση του στην παρανομία με το συνεργό του Πόπα.

Τα ξημερώματα της 25ης Nοεμβρίου του 2001, κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος του Βουκουρεστίου, σκότωσε τον ιδιοκτήτη κι έναν υπάλληλο, αφαίρεσε 16.000 δολάρια, όμως έχασε το κινητό του τηλέφωνο. Οι Ρουμάνοι αστυνομικοί που έφτασαν επί τόπου βρήκαν εύκολα τους τελευταίους αριθμούς που είχε καλέσει ο Πάσσαρης και συνέλαβαν σχεδόν αμέσως έναν ύποπτο, που αποδείχθηκε ότι είχε σχέση με κυκλώματα μαστροπείας.

Ύστερα από πολύωρες ανακρίσεις και υπό το φόβο της κατηγορίας και για συμμετοχή στη ληστεία του ανταλλακτηρίου, ο Ρουμάνος αναγκάστηκε να αποκαλύψει τα 5 διαμερίσματα – κρησφύγετα του Πάσσαρη. Κάτω από τον έλεγχο της ρουμανικής αστυνομίας τηλεφώνησε στον Πάσσαρη για να του κλείσει δήθεν ραντεβού. Εκείνος, γνωρίζοντας ότι είχε χάσει το κινητό του και υποπτευόμενος παρακολούθηση του δεύτερου τηλεφώνου του από την αστυνομία, προσπάθησε να παραπλανήσει τον γνωστό του λέγοντάς του ότι βρίσκεται εκτός Βουκουρεστίου.

Οι Ρουμάνοι όμως κατάφεραν να εντοπίσουν ότι βρισκόταν σε συγκεκριμένο διαμέρισμα και αποφάσισαν την επιτυχή – τελικά – έφοδο. Αφού συνελήφθη και παρέμεινε υπόδικος για αρκετούς μήνες, τελικά, στις 30/7/03 οδηγήθηκε σε δικαστήριο του Bουκουρεστίου και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης (δις) για τη ληστεία και τη διπλή ανθρωποκτονία. 

Από τότε εκτίει την ποινή του στις φυλακές της Ρουμανίας, έχει καταθέσει, όμως, αρκετές φορές αίτηση έκδοσης στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα, όλες οι αιτήσεις του έχουν απορριφθεί, καθώς η ρουμανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την έκδοση κρατουμένου σε άλλο κράτος, εκτός και αν έχει εκτίσει την ποινή του στις ρουμανικές φυλακές». Αυτό όμως, βάσει της ποινής που εκτίει, δεν θα συντελεστεί προ παρέλευσης 25ετίας με αποτέλεσμα να υφίσταται σοβαρός κίνδυνος παραγραφής.

Όπως αναφέρει στις αιτήσεις του: «Στην περίπτωση αυτή οι ευθύνες τις πολιτείας θα είναι τεράστιες τόσο απέναντι στα θύματα και τους συγγενείς τους, όσο και απέναντι σε μένα που κατηγορούμαι ότι διέπραξα αυτά τα εγκλήματα, αλλά που ποτέ δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά εάν τα διέπραξα, αφού δεν κατέστη δυνατή η δικαστική πρόσβαση…εάν και θα μπορούσα να επιδιώκω την παραγραφή των αδικημάτων, για τα οποία κατηγορούμαι στην Ελλάδα, εντούτοις επιθυμώ να δικαστώ για όσα αδικήματα αποδεδειγμένα και πραγματικά διέπραξα και να απαλλαχθώ από όσα δεν έχω εμπλοκή…».

Μάλιστα, σε τηλεοπτική του εμφάνιση υποστήριξε: «Δεν με θέλουν πίσω η Αστυνομία και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, γιατί μου έχουν φορτώσει ένα σωρό υποθέσεις κι εγώ μπορώ να αποδείξω ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις έλειπα στην Ουγγαρία».

TAGS: