Όταν το «βαθύ λαρύγγι» της Αμερικής τίναζε την κυβέρνηση στον αέρα | Pagenews.gr
Pagenews Team 8 Φεβρουαρίου 2018, 10:12

Κοριοί, κρυφά ραντεβού σε πάρκινγκ, δημοσιογράφοι που έπαιξαν – και… έφτιαξαν – την καριέρα τους, πράκτορες του FBI, κωδικοποιημένες λέξεις και φράσεις, εμπλοκή του Αμερικανού προέδρου και ένα "βαθύ λαρύγγι" υπεράνω πάσης υποψίας, που το όνομά του έγινε γνωστό 30 χρόνια αργότερα.

Το σκάνδαλο Watergate που είχε ξεσπάσει στην Αμερική υπήρξε τόσο γοητευτικό, που συγγραφείς και σκηνοθέτες ασχολήθηκαν με αυτό. Ακόμα και σήμερα, αυτές τις μέρες, στις κινηματογραφικές αίθουσες παίζετε η νέα ταινία "Mark Felt: The Man Who Brought Down the White House", η οποία πραγματεύεται την ιστορία του Μαρκ Φελτ, του ανθρώπου δηλαδή που κρυβόταν πίσω απ’ όλες τις πληροφορίες που έγραφαν οι δημοσιογράφοι Bob Woodward και Carl Bernstein. Ο Φελτ ήταν ο τότε υποδιοικητής του FBI. Και ο άνθρωπος που ξεσκέπασε τα πάντα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε διαρρήκτες εισέβαλαν στα γραφεία του Watergate. Έτσι ονομάζεται ένα από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία στην Washington , D.C., το οποίο ανήκει σε ένα ευρύ κτιριακό συγκρότημα που περιλαμβάνει πολλά γραφεία επιχειρήσεων. Εκεί στεγάζονταν το 1972 τα γραφεία του Δημοκρατικού κόμματος (Democratic National Committee).

Ανάμεσα στους διαρρήκτες ανακαλύφθηκε πως ήταν ένας πρώην πράκτορας της CIA καθώς και ένας υπάλληλος ασφαλείας του κόμματος των Ρεπουμπλικανών (G.O.P.), σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Washington Post». Το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών στην ιστορία της Αμερικής είχε μόλις ξεσπάσει.

Δύο άσημοι μέχρι τότε δημοσιογράφοι της «Washington Post», οι Bob Woodward και Carl Bernstein αρχίζουν μια μεγάλη έρευνα στην προσπάθειά τους να ξεσκεπάσουν την απάτη του κόμματος του νεοεκλεγέντος Προέδρου των ΗΠΑ, Richard Nixon. Γενικά, η εφημερίδα τους αντιμετώπισε με αρκετή επιφύλαξη και πολλές φορές οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και σκέφτηκαν, μήπως θα έπρεπε να τα παρατήσουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως τότε κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας η εκδότρια της εφημερίδας, Katherine Graham ζητούσε επιτακτικά κάθε πληροφορία να διασταυρώνεται από τρεις (3) τουλάχιστον διαφορετικές πηγές. Είναι χαρακτηριστικό πως η «Washington Post» τιμήθηκε το 1973 με το βραβείο Πούλιτζερ προσφοράς υπηρεσιών στο κοινό καλό για την έρευνα της πάνω στο Watergate .

Τι συνέβη σε εκείνο το περίφημο σκάνδαλο; Πάμε να τα δούμε συνοπτικά, πριν διαβάσετε για τους δύο ρεπόρτες που έμειναν στην ιστορία και φυσικά για τον Μαρκ Φελτ, που αποτέλεσε το "βαθύ λαρύγγι". 

1968: Ο Richard Nixon εκλέγεται Πρόεδρος των Η.Π.Α. σε ηλικία 55 ετών, κερδίζοντας σε μία από τις πιο αμφίρροπες εκλογικές μάχες τον Hubert Humphrey.

17 Ιουνίου 1972: Η περίφημη διάρρηξη στο κτιριακό συγκρότημα Watergate μόλις πέντε μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές αναστατώνει την Αμερική


1 Αυγούστου 1972: Η «Washington Post» αποκαλύπτει σε πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της πως επιταγή 25.000$ προοριζόμενη για την εκλογική καμπάνια του προέδρου Νίξον βρίσκεται στον τραπεζικό λογαριασμό ενός εκ των διαρρητκών

Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1972: Οι Woodward και Bernstein αποκαλύπτον πως οι Ρεπουμπλικανοί έχουν οργανώσει με επικεφαλής τον υπουργό δικαιοσύνης, John Mitchell ένα δίκτυο κατασκοπείας κατά των Δημοκρατικών.

11 Νοεμβρίου 1972: Ο Richard Nixon επανεκλέγεται Πρόεδρος με ποσοστό μεγαλύτερο του 60 % (!), αφού κατέστη αδύνατον να αποδειχθεί πως ο Νίξον συνδέεται άμεσα με τους διαρρήκτες. Οι Woodward και Bernstein δεν εγκαταλείπουν, παρά τις πιέσεις, την έρευνά τους.

30 Ιανουαρίου 1973: Οι πρώην βοηθοί-συνεργάτες του προέδρου Νίξον, κ.κ. G. Gordon Liddy και James W. McCord Jr. καταδικάζονται για συνομωσία, διάρρηξη και παράνομη μαγνητοφώνηση στο περιστατικό του Watergate.

30 Απριλίου 1973: Τρία κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου παραιτούνται εξαιτίας του σκανδάλου που πλήττει την Αμερική. Πρόκειται για τους H.R. Haldeman , John Ehrlichman καθώς και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Richard Kleindienst. Ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου, John Dean απολύεται. Η έρευνα της «Washington Post» καλά κρατεί.

Μάιος 1973: Συστήνεται η ειδική επιτροπή της Γερουσίας που θα διερευνήσει το σκάνδαλο. Στις 18 του μήνα αρχίζει τις εργασίες της, που μάλιστα μεταδίδονται από εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο.

3 Ιουνίου 1973: Ο John Dean αποκαλύπτει στην «Washington Post», ότι συζήτησε το θέμα της κάλυψης (κουκουλώματος) του σκανδάλου με τον πρόεδρο Νίξον τουλάχιστον 35 φορές!

17 Νοεμβρίου 1973: Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση, αφού όμως νωρίτερα (Ιούλιο) έχει αρνηθεί να παραδώσει στοιχεία που ζητήθηκαν από τους ειδικούς ανακριτές. Πρόκειται για τις κασέτες που καταγράφουν τις συνομιλίες εντός του Λευκού Οίκου…

30 Απριλίου 1974: Ο Λευκός Οίκος παραδίδει 1.200 σελίδες με καταγεγραμμένες συνομιλίες του Νίξον στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

24-27 Ιουλίου 1974: Το Ανώτατο Δικαστήριο απαιτεί ο Πρόεδρος να παραδώσει τις ίδιες τις κασέτες και απορρίπτει όλες τις ενστάσεις του, κατηγορώντας τον παράλληλα για παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης.

8 Αυγούστου 1974: Ο Richard Nixon γίνεται ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των Η.Π.Α. που παραιτείται από το αξίωμά του. Ο αντιπρόεδρος Gerald Ford αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ford αργότερα απένειμε χάρη στον Νίξον μέσω επίσημης διακήρυξης για το σκάνδαλο, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του δήλωσε πως: «Επιτέλους, ο εθνικός εφιάλτης έλαβε τέλος».

Πράγματι, το σκάνδαλο αυτό υπήρξε ένας πραγματικός εφιάλτης για την πολιτική σκηνή της Αμερικής σε μία ούτως ή άλλως πολύ δύσκολη περίοδο για τη χώρα, μια και ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν είχε τελειώσει ακόμη.


Οι ρεπόρτερς που έμειναν στην ιστορία

Bob Woodward + Carl Bernstein: Ο Robert U. Woodward γεννήθηκε στη Γενεύη του Ιλινόις (Η.Π.Α.) στις 26 Μαρτίου του 1943. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους επιφανείς εισαγγελείς της χώρας και είχε την ελπίδα πως ο γιος του θα ακολουθούσε τα βήματά του. Ωστόσο, ο πάντα επαναστατικός Woodward μετά τις σπουδές του στο ξακουστό Yale αποφάσισε να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία.

Είναι χαρακτηριστικό πως η Washington Post τον δέχτηκε για 15ήμερη απλήρωτη άσκηση το Φθινόπωρο του 1970. Ο δρόμος, όμως, δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα για τον Woodward. Από τα 17 άρθρα που έγραψε ούτε ένα δε δημοσιεύτηκε και η W. P. απογοητευμένη μαζί του τον έδιωξε.

Ο Woodward δεν ήταν διατεθειμένος να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Βρήκε δουλειά στην προαστιακή εβδομαδιαία εφημερίδα The Montgomery County Sentinel. Γρήγορα έγινε ο νούμερο ένα ρεπόρτερ και προκάλεσε το ενδιαφέρον πια της Washington Post που του προσέφερε θέση επί αμοιβή το Σεπτέμβριο του 1971! Ανέλαβε το αστυνομικό ρεπορτάζ που τον απασχολούσε από τις 7 το απόγευμα ως τις 3 το πρωί.

Το πρωινό του Σαββάτου της 17 ης Ιουνίου του 1972, ο αρχισυντάκτης της W . P . κάλεσε τον Woodward και του είπε πως πέντε άνδρες με κάμερες και μηχανισμούς παρακολούθησης συνελήφθησαν, ενώ προσπαθούσαν να εισβάλουν στα γραφεία του κόμματος των Δημοκρατικών στο κτιριακό συγκρότημα Watergate και του ανέθεσε την κάλυψη αυτού του έκτακτου γεγονότος από κοινού με το νεότερο, αλλά πιο έμπειρο ρεπόρτερ, Carl Bernstein.

O Carl Bernstein γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1944 στην Ουάσινγκτον. Και οι δύο γονείς του ήταν κομμουνιστές και μάλιστα εγγεγραμμένα μέλη του αμερικανικού κομμουνιστικού κόμματος. Κατά την περίοδο του Μακαρθισμού («Κόκκινος Φόβος») μπήκαν στη μαύρη λίστα, κυνηγήθηκαν και αναγκάστηκαν να κρυφτούν. Μέσα σε αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες ο, συν τοις άλλοις εβραίος, Bernstein αποφάσισε να γίνει δημοσιογράφος. Το 1966 άρχισε να δουλέυει στην WP και απολάμβανε της εκτίμησης του εκδότη της, Ben Bradlee.

Οι Woodward και Bernstein έσμιξαν, λοιπόν, το καλοκαίρι του 1972 και άρχισαν την ιστορική έρευνα για το «μέγα σκάνδαλο». Ήταν μια πολύ δύσκολη και επίπονη προσπάθεια, αφού ενώ από την αρχή μπορούσαν να συνδέσουν τους ανθρώπους του Προέδρου Νίξον με τη διάρρηξη, δεν μπορούσαν να αποδείξουν τη διασύνδεση αυτή, με αποτέλεσμα να αμφισβητηθούν πολύ ακόμη και από την ίδια τους την εφημερίδα, η οποία δημοσίευε κάποια πληροφορία μόνο εφόσον αυτή είχε διασταυρωθεί από τουλάχιστον τρεις διαφορετικές πηγές.

Οι δύο ρεπόρτερ με την πλήρη υποστήριξη μόνο του Bradlee προχώρησαν τις έρευνες και τον Αύγουστο του 1974 ανάγκασαν τον Νίξον σε παραίτηση. Το μότο των Woodward και Bernstein υπήρξε το εξής: «Δεν μπορείς να κατανοήσεις ένα πρόσωπο ή μία υπόθεση σε μία μέρα. Πρέπει να ψάξεις, να προσπαθήσεις, να σκάψεις βαθιά, να ανατρέξεις. Έτσι βρίσκεις την αλήθεια…»


Το "βαθύ λαρύγγι"

Ο βασικός πληροφοριοδότης των Woodward και Bernstein που ερχόταν σε επαφή με τον Woodward σε μεγάλα πάρκινγκ μέσα σε βαθύ σκοτάδι είχε το προσωνύμιο «Το βαθύ λαρύγγι». Όπως αποκαλύφτηκε πριν από μερικούς μόλις μήνες (Μάιος, 2005) μέσω του περιοδικού “Vanity Fair” το ρόλο αυτό έπαιζε ο τότε υποδιοικητής του FBI , W . Mark Felt. Ο Felt, 91 ετών σήμερα, κράτησε μυστική την ιδιότητά του ακόμη και από την ίδια του την οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 2002.

Άλλωστε, η θέση του ήταν πολύ σημαντική και δύσκολη και η συμβολή του στην υπόθεση καταλυτική. Όταν ο Woodward αναφερόταν στην πηγή του, έλεγε χαρακτηριστικά πως «ο φίλος μου μου είπε…». Αν κάνουμε τη μετάφραση στα Αγγλικά… “My Friend told me …”. Βλέπουμε ότι τα αρχικά ταυτίζονται με τα πραγματικά του Mark Felt , κάτι που, όμως, ο κόσμος έμελλε να μάθει 35 χρόνια μετά.

Το «βαθυ λαρύγγι» -κατά την πορνογραφική ταινία που έσπασε εκείνη την εποχή ταμεία στην Αμερική- ήταν το κωδικό όνομα για τη συνεννόηση με τον αρχισυντάκτη της W.P., Howard Simmons. Παρά τις υποψίες ότι ήταν υπεύθυνος για διαρροή πληροφοριών, ο Felt πάντα κατάφερνε να παραπλανεί τελικά το Λευκό Οίκο και τους συναδέλφους του.

Αξίζει να αναφερθεί πώς κανονιζόταν η συνάντηση ανάμεσα στον Felt και τον Woodward. Κάθε φορά που ο ρεπόρτερ επιθυμούσε συνάντηση, μετακινούσε ένα βάζο με μια κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι του διαμερισματός του (617) στο Webster House, ενώ κάθε φορά που το «βαθύ λαρύγγι» ήθελε συνάντηση, κύκλωνε τον αριθμό της σελίδας 20 στους New York Times που παραδίδονταν στην πόρτα του Woodward και ζωγράφιζε δείκτες, για να δείξει την ώρα. Ένα κανονικό παιχνίδι… κατασκόπων.

TAGS: