Πολιτισμός

Highway to Hell: Θα κλείσουν αυτοκινητόδρομο για να τιμήσουν τους AC/DC

Highway to Hell: Θα κλείσουν αυτοκινητόδρομο για να τιμήσουν τους AC/DC
Highway to Hell:  Στις 19 Φεβρουαρίου του 2020 συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατο του τραγουδιστή των AC/DC Μπον Σκοτ.

Highway to Hell : Για τον λόγο αυτό στην Αυστραλία, στην 1η Μαρτίου θα δοθεί μία μεγάλη εποχούμενη συναυλία στη εθνική οδό του Περθ και συγκεκριμένα στο κομμάτι που συνδέει το Canning Bridge με το Fremantle και το οποίο διέσχιζε καθημερινά ο Σκοτ για να πάει από το σπίτι του στο ξενοδοχείο Raffles, όπου σύχναζε.

Εκείνη την ημέρα 10 χιλιόμετρα του αυτοκινητόδρομου θα παραμείνουν κλειστά για 8 ώρες. Το τμήμα αυτό της εθνικής οδού έχει ονομαστεί Highway to Hel, λόγω των πολλών θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων που σημειώνονταν εκεί.

Τα συγκροτήματα που θα παίζουν τη μουσική των AC/DC θα βρίσκονται πάνω σε φορτηγά, παραπέμποντας στο βίντεο κλιπ της μπάντας για το τραγούδι A Long Way To The Top, στο οποίο τα μέλη του συγκροτήματος έπαιζαν πάνω σε ένα φορτηγό που κινούνταν σε δρόμο της Μελβούρνης. Από τις τέσσερις λωρίδες του αυτοκινητόδρομου οι δύο θα καταληφθούν από τις νταλίκες πάνω στις οποίες θα δίνεται η συναυλία και στις άλλες δύο θα βρίσκονται οι θεατές της.

Το θρυλικό άλμπουμ των AC/DC

Το «Highway to Hell» ήταν ο πρώτος δίσκος των AC/DC του οποίου την παραγωγή δεν έκαναν ο Χάρι Βάντα και ο Τζορτζ Γιανγκ. Το συγκρότημα ξεκίνησε την σύνθεση τραγουδιών και την ηχογράφηση ντέμο, τον Ιανουάριο του 1979 στα «Albert Studios» του Σίδνεϊ, όπου γνώρισαν τον παραγωγό Έντι Κρέιμερ. Ο Κρέιμερ απολύθηκε λίγο αργότερα, με τον Ρόμπερτ Τζον «Mutt» Λανγκ να παίρνει την θέση του, παραμένοντας, εκτός του «Highway to Hell» και για τα επόμενα δύο άλμπουμ του συγκροτήματος. Οι ηχογραφήσεις του δίσκου πραγματοποιήθηκαν στα «Criteria Studios» του Μαϊάμι τον Φεβρουάριο του 1979 και στα «Roundhouse Studios» του Λονδίνου τους δύο επόμενους μήνες.

Από τις 1 Μαΐου μέχρι τις 5 Αυγούστου του 1979, το συγκρότημα περιόδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, δίνοντας 55 συναυλίες. Ακολούθησε μία σύντομη ευρωπαϊκή περιοδεία, για να συνεχίσουν για άλλους δύο μήνες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χρονιά έκλεισε με το συγκρότημα να περιοδεύει στην Μεγάλη Βρετανία, την Γερμανία και την Γαλλία.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στα τέλη Ιουλίου παγκοσμίως και μία εβδομάδα αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όντας το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος το οποίο κατάφερε να μπει στο Top-100 του Billboard, φθάνοντας στο # 17. Στην Μεγάλη Βρετανία έφθασε στο # 8, ενώ μπήκε στο Top-10 στην Γαλλία και την Γερμανία. Τον δίσκο συνόδευαν τα επιτυχημένα σινγκλ «Highway to Hell» και «Touch too Much», βοηθώντας το άλμπουμ να γίνει πλατινένιο σε διάστημα έξι μηνών.[1] Πλέον, το «Highway to Hell» έχει βραβευθεί ως επτά φορές πλατινένιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, πέντε φορές πλατινένιο την Αυστραλία και διπλά πλατινένιο στον Καναδά.

Στην Αυστραλία, ο δίσκος κυκλοφόρησε με ελαφρώς διαφορετικό εξώφυλλο, παρουσιάζοντας φλόγες και την ταστιέρα ενός μπάσου κάτω από την φωτογραφία του συγκροτήματος από την διεθνή έκδοση του δίσκου.

Αυτός ήταν ο τελευταίος δίσκος των AC/DC με τον Μπον Σκοτ στη σύνθεση τους, αφού ο τραγουδιστής έχασε την ζωή του στις 19 Φεβρουαρίου 1980. Οι τελευταίες του ηχογραφημένες λέξεις του είναι «Shazbot, na-nu na-nu» και βρίσκονται στο κομμάτι «Night Prowler». Η συγκεκριμένη φράση χρησιμοποιούνταν στην τηλεοπτική σειρά «Mork and Mindy» από τον Ρόμπιν Ουίλιαμς.

Τα Χριστούγεννα του 2013, το σινγκλ «Highway to Hell» κυκλοφόρησε και πάλι με σκοπό τον εορτασμό των σαράντα χρόνων του συγκροτήματος και τα έσοδα από τις πωλήσεις του να δωρίζονται σαν φιλανθρωπία υπέρ της πρόληψης του καρκίνου. Το σινγκλ έφθασε στο # 4 των βρετανικών τσαρτ, όντας το μοναδικό Top-10 σινγκλ της καριέρας τους για την συγκεκριμένη χώρα.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Διαβάστε Eπίσης