Η Αριστερά και ο εν γένει «χώρος» του αναρχομηδενισμού τρέφονται πολιτικά (και συχνά όχι μόνο πολιτικά) από τη βία, το περιθώριο και την κατάλυση κάθε κοινωνικής σύμβασης και έννοιας έννομης τάξης. Στην αέναη αυτή πορεία μίσους εκμεταλλεύονται γεγονότα στα οποία δίνουν κατευθυνόμενη ή και στρεβλωμένη αφηγηματική διάσταση ακριβώς για να δικαιολογήσουν το διαρκές όργιο βίας και ανομίας στο οποίο επιδίδονται.
Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εκμετάλλευσης ενός θλιβερού γεγονότος το οποίο προβάλλεται προσαρμοσμένο στις επιδιώξεις των γνωστών ομάδων και το οποίο καπηλεύονται και πολιτικά κόμματα όπως εξάλλου κάνουν και με άλλα συμβάντα. Τους περισσότερους εξ αυτών ποσώς τους νοιάζει ο θάνατος του Γρηγορόπουλου, πολιτικά λυμαίνονται το γεγονός για να ανανεώνουν οι μεν την ανέξοδη κενολογία τους, οι δε την επίθεσή τους στην κοινωνία.
Η δολοφονία Γρηγορόπουλου έγινε κατά τη διάρκεια ενός συμβάντος όπου αναρχικοί επιτέθηκαν στους αστυνομικούς. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για δολοφονία, εξάλλου απεφάνθη καθαρά η Δικαιοσύνη. Η επαγγελματική εν ψυχρώ εκτέλεση των δύο μελών της Χρυσής Αυγής που ακολούθησε την άλλη δολοφονία, αυτή του Παύλου Φύσσα, δεν καταδικάστηκε με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση, διότι θεωρείται «δικαιολογημένη» εφόσον τα θύματα ανήκαν στο άλλο άκρο από αυτό που ανήκουν οι κουκουλοφόροι οι οποίοι αποπειρώνται δολοφονίες αστυνομικών σχεδόν καθημερινά με μολότοφ.
Η αιτιολόγηση της βίας και μάλιστα της προμελετημένης αφαίρεσης ζωής λόγω ιδεολογικού προσήμου, συνιστά τον ορισμό της ολοκληρωτικής αντίληψης. Το γεγονός ότι με τη «λογική» αυτή γίνονται αυτομάτως απείρως χειρότεροι από τους χρυσαυγίτες τους οποίους κατηγορούν, δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν, ούτε τους αριστερούς επαγγελματίες της βίας, ούτε τους επαγγελματίες πολιτικούς πτωματοφάγους.
Εκεί όμως που φαίνεται η απολύτως φασιστική θεώρηση και στάση του «χώρου» είναι στην περίπτωση των δολοφονηθέντων από τους «συντρόφους» στη Marfin, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος, οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί ενώ οι δολοφόνοι φώναζαν από κάτω «αφήστε τους να καούν». Αν στην περίπτωση των εκτελεσθέντων μελών της Χρυσής Αυγής υπάρχει το απαράδεκτο για τη Δημοκρατία «επιχείρημα» ότι «τους άξιζε γιατί ήταν χρυσαυγίτες», στην υπόθεση των ανθρώπων στη Marfin απλά πέφτουν οι μάσκες και αποκαλύπτεται το αποκρουστικό πρόσωπο της βίας το οποίο είναι πάντα το ίδιο. Για τα θύματα της Marfin δεν γίνονται πορείες, δεν υπάρχουν «επέτειοι», δεν γράφονται δηλώσεις. Δεν υπάρχουν καν ένοχοι. Μόνο σιωπή. Όταν αυτή σιωπή σπάσει και η απαίτηση να απονεμηθεί δικαιοσύνη για όλους γίνει πιο δυνατή από τον ήχο των επεισοδίων, θα υπάρξει ελπίδα ανάταξης της χώρας.