Κυβέρνηση ειδικού σκοπού και αντιπολίτευση
Πηγή Φωτογραφίας: Αρχείου
Σε μόλις οκτώ ημέρες διεξάγονται οι βουλευτικές εκλογές και το σενάριο, που αρχίζει ξανά να κερδίζει έδαφος σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και αναλύσεις, είναι το ενδεχόμενο της δημιουργίας κυβέρνησης ειδικού σκοπού, με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης. Μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού, ωστόσο, εγείρει δικαιολογημένες συνταγματικές απορίες και πολιτικά ερωτηματικά.
Σε νομικοπολιτικό επίπεδο, το ζήτημα της συγκρότησης αυτού του είδους κυβέρνησης είναι αρκετά σύνθετο, αλλά παρουσιάζει μικρότερο βαθμό πολυπλοκότητας συγκριτικά με άλλα ενδεχόμενα, που έχουν συζητηθεί έως τώρα στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο.
Η κυβέρνηση ειδικού σκοπού απορρέει από την υπηρεσιακή κυβέρνηση, η οποία μπορεί να είναι είτε πολιτική εκλογική, είτε υπηρεσιακή εκλογική.
Για την δημιουργία πολιτικής εκλογικής κυβέρνησης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς όλων των πολιτικών κομμάτων που έχουν επιτύχει την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση, με σκοπό να τους πείσει να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του πρωθυπουργού και στον σχηματισμό εκλογικής κυβέρνησης.
Ο συντακτικός νομοθέτης προβλέπει, στο σημείο αυτό, την περίπτωση της ασυμφωνίας μεταξύ των κομμάτων. Αν δηλαδή τα κόμματα δεν καταφέρουν να συμφωνήσουν ούτε ως προς αυτό το σημείο, η λύση που απομένει είναι η δημιουργία υπηρεσιακής εκλογικής κυβέρνησης. Ο αρχηγός του κράτους διορίζει, κατά τον συνταγματικό χάρτη, πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή του ΣτΕ ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, χωρίς να χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση της επιλογής. Τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης επιλέγονται από τον νέο πρωθυπουργό, υπό την προϋπόθεση να τυγχάνουν της ευρύτερης δυνατής αποδοχής.
Για να υπάρξει κυβέρνηση ειδικού σκοπού, θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία τουλάχιστον 151 βουλευτών ως προς τον σκοπό, τον ειδικό σκοπό τον οποίο θα κληθεί να εκπληρώσει η νέα κυβέρνηση. Με βάση και σημερινά δημοσιεύματα, ο ειδικός σκοπός θα μπορούσε να είναι η διαλεύκανση του θέματος των επισυνδέσεων της ΕΥΠ και η πιθανή παραπομπή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε ειδικό Δικαστήριο. Θα πρέπει, δηλαδή, να συμφωνήσουν Σύριζα, ΠΑΣΟΚ, Μέρα25 και Ελληνική Λύση. Στο σημείο αυτό, κρίσιμος είναι ο ρόλος του προέδρου της υπηρεσιακής κυβέρνησης, δεδομένου ότι είναι αυτός που λαμβάνει την απόφαση για το πέρασμα στην κυβέρνηση ειδικού σκοπού.
Πολιτικά, ωστόσο, οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων έχουν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από μια τέτοια εξέλιξη.
Ο επικεφαλής του Σύριζα, κ. Αλέξης Τσίπρας, θα παράσχει την στήριξη του σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, η οποία, όμως, δεν θα είναι μια κυβέρνηση ηττημένων, και, παράλληλα, δεν θα δει για μία ακόμη φορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη μπροστά του, στη θέση του πρωθυπουργού.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κ. Νίκος Ανδρουλάκης, θα δει την «στρατηγική» επιμονή του στο θέμα των επισυνδέσεων να «δικαιώνεται» πολιτική και θα αισθάνεται δικαίωση για το ότι το προεκλογικό moto του «ούτε Μητσοτάκης, ούτε Τσίπρας» για το αξίωμα του πρωθυπουργού.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος θα αισθανθεί κερδισμένος από την εξέλιξη, γιατί θα έχει συμβάλει στο να μην είναι εκ νέου πρωθυπουργός ο Κυρ. Μητσοτάκης, ο οποίος αποδοκίμασε από την πρώτη στιγμή την εισβολή των ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία, σε αντίθεση με τον ρωσόφιλο πρόεδρο της Ελληνικής Λύσης.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης θα μπορεί να εγγυηθεί την στήριξη του Μέρα25, επικαλούμενος την «διαλεύκανση» του θέματος των επισυνδέσεων της ΕΥΠ.
Κοινός παρονομαστής σε όλες τις πιθανολογούμενες αντιδράσεις των πολιτικών αρχηγών είναι η πρόθεση για πολιτική περιθωριοποίηση του σημερινού πρωθυπουργού και προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, προέδρου του πρώτου σε εκλογική δύναμη κόμματος, έχει στοχοποιηθεί από «προοδευτικούς» πολιτικούς αντιπάλους, εδώ και καιρό.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας