Το 2007 ήταν η χρονιά του απόλυτου πολιτικού θριάμβου του Νικολά Σαρκοζί. Δεν είναι μόνο ότι είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές επικρατώντας με άνεση της υποψήφιας των Σοσιαλιστών Σεγκολέν Ροαγιάλ. Είχε κατισχύσει στη δημόσια συζήτηση, είχε επιβάλει μια δική του ατζέντα, η οποία έσπαγε όλα τα ταμπού της μετριοπαθούς γκολικής γαλλικής Δεξιάς, βασιζόμενος σε συνθήματα «απαγορευμένα» ως τότε στον γαλλικό πολιτικό κήπο, όπως η αύξηση του χρόνου εργασίας, η μείωση σε βαθμό εξαφάνισης των κοινωνικών επιδομάτων, αλλά και η πολιτική της μηδενικής ανοχής στην ασφάλεια και στη μετανάστευση.
Ο “σίφουνας Σαρκοζί” δεν επηρέασε μόνο τους Σοσιαλιστές που τον παρακολούθησαν αμήχανα να αλλάζει την ατζέντα τους. Επίσης, συρρίκνωσε τον Ζαν-Μαρί Λεπέν και το Εθνικό Μέτωπο. Πέντε χρόνια μετά την πρόκρισή του στον δεύτερο γύρο των εκλογών του 2002, ο πατριάρχης της γαλλικής Ακροδεξιάς είδε τα ποσοστά του να μειώνονται από το 17% στο 10%. Ο Σαρκοζί μπορούσε να είναι υπερήφανος: η σκληρή του γραμμή είχε καταστήσει την Ακροδεξιά περιττή και είχε σώσει τη γαλλική δημοκρατία.
Ωστόσο, ένα μήνα μετά, στις βουλευτικές εκλογές, η Μαρίν Λεπέν ανέλαβε την ηγεσία από τον πατέρα της. Κατά την προεκλογική εκστρατεία, έδειχνε να απολαμβάνει την παρουσία της στα πάνελ και να αντιμετωπίζει ευχάριστα τους συνδαιτημόνες της. Ήταν φανερό ότι η πρόθεσή της δεν ήταν μόνο να αντικαταστήσει τον πατέρα της, αλλά και να αλλάξει την εικόνα της γαλλικής Ακροδεξιάς.
Ο Σαρκοζί υποστήριζε ότι με τη σκληρή του πολιτική έκανε την Ακροδεξιά περιττή, ενώ η Λεπέν πίστευε το αντίθετο. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, φαίνεται πως η Λεπέν είχε δίκιο.
Η κόρη του Λεπέν, μέσα σε λίγα χρόνια, πήρε θέσεις που έκαναν τον πατέρα της να ανησυχεί. Αντιμετωπίζει θέματα όπως το δικαίωμα στην έκτρωση και τη σχέση με την εβραϊκή κοινότητα. Το 2015, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν θα κάνει ακραίες δηλώσεις, η κόρη του θα τον αποδεσμεύσει από το κόμμα ως ακραίο. Αλλάζοντας το όνομα του κόμματος σε “Εθνικός Συναγερμός”, προσπαθεί να αλλάξει την εικόνα του και να προσελκύσει περισσότερους συντηρητικούς Γάλλους.
Η πολιτική της αποδαιμονοποίησης του Εθνικού Μετώπου χρειάστηκε πάνω από 15 χρόνια για να φέρει τη Λεπέν στην πόρτα της εξουσίας, ενώ η Μελόνι στην Ιταλία χρειάστηκε λιγότερο χρόνο ακολουθώντας αντίστοιχες τακτικές. Στη Γαλλία, η απορρόφηση της Δεξιάς από την Ακροδεξιά δεν είχε την ίδια επιτυχία με την Ιταλία, καθώς ένα κομμάτι της Δεξιάς στράφηκε προς το Κέντρο.
Παρόλα αυτά, η “τριχοτόμηση” του εκλογικού σώματος που αναφέρεται είναι περισσότερο μια επιθυμία παρά μια πραγματικότητα. Το 43% των Γάλλων ψήφισε Ακροδεξιά ή Δεξιά, το 31% Αριστερά και το 23% Κέντρο. Με τις υπόλοιπες δυνάμεις να μην έχουν δυνατότητα να κυβερνήσουν μαζί, το μέγιστο που μπορούν να επιτύχουν είναι να εμποδίσουν την Ακροδεξιά να κυβερνήσει. Ωστόσο, μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, που φαντάζει ως εναλλακτική λύση, μπορεί να αυξήσει τη δυναμική της Ακροδεξιάς.
Η Λεπέν θέλει να πείσει όσο γίνεται περισσότερους και όσο γίνεται πιο ψηλά ότι δεν απειλεί τα θεμέλια της Ευρώπης όπως είναι χτισμένη. Λειαίνει την αντίθεσή της με το ΝΑΤΟ και την υποστήριξή της στη Ρωσία, παρουσιάζει ένα οικονομικό πρόγραμμα που να μην τρομάζει κανέναν στον Γαλλικό Σύνδεσμο Εργοδοτών (Medef), θυμίζει διακριτικά ότι η εναλλακτική είναι ένα έως τρία χρόνια χωρίς κυβέρνηση με κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Είναι αμφίβολο αν η Ακροδεξιά θα καταφέρει να αποκτήσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία αυτή τη φορά. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν οι δημοκρατικές δυνάμεις και η Αριστερά δεν βρουν τρόπους να δημιουργήσουν περισσότερο πλούτο και να τον μοιράσουν δίκαια, ο κίνδυνος να εμφανιστεί μια αντιδραστική ευρωπαϊκή πλειοψηφία είναι όλο και πιο πιθανός.
