Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου όπου η πραγματικότητα γίνεται τόσο πυκνή, τόσο φορτισμένη, που κάθε απόπειρα ωραιοποίησης πέφτει στο κενό. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτή την κρίσιμη καμπή: μια χώρα που δοκιμάζεται ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα: στο οικονομικό, στο κοινωνικό και στο θεσμικό και που βλέπει τις αντοχές της Δημοκρατίας της να φθείρονται μέρα με τη μέρα, σαν ύφασμα που το τραβούν επίμονα από όλες τις πλευρές.
Τα σκάνδαλα που ξεσπούν διαρκώς, η αδυναμία της Δικαιοσύνης να εμφανίζεται ως πραγματικά ανεξάρτητη, οι αλλεπάλληλες παρεμβάσεις σε ελεγκτικούς μηχανισμούς και η συρρίκνωση της λογοδοσίας δεν είναι απλά συμπτώματα. Είναι ενδείξεις μιας πολιτειακής αρρυθμίας που εξελίσσεται σε χρόνιο νόσημα. Κι όσο η χώρα βυθίζεται σε αυτή την κρίση εμπιστοσύνης, τόσο η κοινωνία που κουρασμένη, οικονομικά πιεσμένη και θεσμικά απογοητευμένη, νιώθει ότι ο δημόσιος βίος μοιάζει όλο και περισσότερο με σκηνικό παρακμής.
Δεν είναι μόνο τα μεγάλα σκάνδαλα που συγκλονίζουν τη χώρα: από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις «μαϊμού» επιδοτήσεις έως τις απευθείας αναθέσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, από τις υποκλοπές που έπληξαν το θεμέλιο της Δημοκρατίας μέχρι τις συνεχείς αποκαλύψεις για χειραγώγηση κρίσιμων θεσμών. Είναι η συστηματική, σχεδόν προγραμματισμένη αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου που μετατρέπει τη χώρα σε ένα πεδίο απόλυτης αυθαιρεσίας, όπου η ισχύς του ισχυρού υπερισχύει της ισχύος του νόμου.
Η Δικαιοσύνη, αντί να λειτουργεί ως το τελευταίο καταφύγιο του αδύναμου, παρουσιάζεται συχνά ως μηχανισμός καθυστερήσεων, επιλεκτικών ελέγχων και «παγωμένων» υποθέσεων. Αποφάσεις που προκαλούν εύλογα ερωτήματα, καθυστερήσεις σε κρίσιμες διερευνήσεις και μια διάχυτη αίσθηση ότι ο θεσμικός ορίζοντας έχει σκοτεινιάσει. Σε μια Δημοκρατία, η αίσθηση αδικίας είναι πιο επικίνδυνη ακόμη κι από την ίδια την αδικία. Γιατί διαβρώνει την κοινωνική συνοχή και μετατρέπει την καθημερινότητα των πολιτών σε άσκηση αντοχής.
Ταυτόχρονα, το οικονομικό τοπίο παραμένει εξαιρετικά ζοφερό. Οι τιμές στα τρόφιμα και στην ενέργεια έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, ο κατώτατος μισθός δεν επαρκεί, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους, οι αγρότες βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται και τις υποσχέσεις της κυβέρνησης να εξανεμίζονται. Η Ελλάδα της «ανάπτυξης για όλους» έχει μετατραπεί σε Ελλάδα των λίγων προνομιούχων, ενώ η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία πληρώνει το τίμημα μιας πολιτικής που ευνοεί καρτέλ, διαπλοκή και συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.
Στο κοινωνικό επίπεδο, η χώρα μοιάζει κουρασμένη. Τα νοσοκομεία υποστελεχωμένα, τα σχολεία με ελλείψεις, η περιφέρεια εγκαταλειμμένη, η νέα γενιά εγκλωβισμένη ανάμεσα σε χαμηλούς μισθούς, υψηλά ενοίκια και μηδενική προοπτική. Οι φυσικές καταστροφές βρίσκουν μια Πολιτεία απροετοίμαστη, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς συντονισμό, χωρίς τη δυνατότητα να προστατεύσει αποτελεσματικά ζωές και περιουσίες. Οι πολίτες νιώθουν ότι η καθημερινότητα γίνεται διαρκώς δυσκολότερη, όχι επειδή η χώρα δεν έχει δυνατότητες, αλλά επειδή κυβερνιέται με τρόπο που υπονομεύει δομικά την ανθεκτικότητα και την προοπτική της.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πολιτική εξουσία επιχειρεί να παρουσιάσει μια πλαστή εικόνα ευημερίας. Αντί για ουσία, παράγει εικόνα, αντί για μεταρρύθμιση, προωθεί συγκάλυψη, αντί να ενισχύει τη Δημοκρατία, κλείνει θεσμικά παράθυρα. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο ισχυρή από κάθε επικοινωνιακό τέχνασμα: η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο επικίνδυνης θεσμικής αποσάθρωσης και κοινωνικής ασφυξίας.
Μπροστά σε αυτή τη ζοφερή εικόνα, η ανάγκη για μια διαφορετική πορεία είναι επιτακτική. Η χώρα χρειάζεται βαθιές θεσμικές τομές, ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, διαφάνεια σε κάθε επίπεδο της διοίκησης, αναβάθμιση των δημοσίων υπηρεσιών, ουσιαστική προστασία της περιφέρειας και μια οικονομική πολιτική που θα στηρίξει πραγματικά τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης: της εμπιστοσύνης ότι ο νόμος εφαρμόζεται το ίδιο για όλους, ότι οι θεσμοί προστατεύουν τον πολίτη, ότι η Δημοκρατία λειτουργεί.
Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα καταδικασμένη. Είναι μια χώρα που δέχεται πίεση, αλλά έχει ακόμα ζωντανές δυνάμεις, ανθρώπους, συλλογικότητες, θεσμούς που μπορούν να ανασάνουν και να ανασυγκροτήσουν το κοινό μας μέλλον. Η κρίση που βιώνουμε δεν είναι μόνο υλική, είναι βαθιά πολιτική, θεσμική και ηθική. Κι αυτή ακριβώς η κρίση καθιστά ακόμη πιο επιβεβλημένη την ανάγκη για μια μεγάλη δημοκρατική αλλαγή, που θα αποκαταστήσει το κράτος δικαίου, θα θωρακίσει τη Δικαιοσύνη από παρεμβάσεις και θα επαναφέρει την κοινωνία σε τροχιά δικαιοσύνης, ισότητας και αξιοπρέπειας.
Γιατί μια Δημοκρατία δεν καταρρέει ποτέ απότομα. Φθείρεται σιωπηλά, θεσμό τον θεσμό, δικαίωμα το δικαίωμα. Και η ευθύνη όλων μας είναι να σταθούμε απέναντι σε αυτή τη φθορά, να υπερασπιστούμε ό,τι χτίστηκε με κόπο και αίμα και να απαιτήσουμε μια Ελλάδα που θα ανήκει σε όλους, όχι σε λίγους.
Και αυτός ακριβώς είναι ο αγώνας της εποχής μας. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να τον αποφύγουμε.
*Ο Μίλτος Ζαμπάρας είναι Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ