Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απασφάλισε χθες το βράδυ σε τηλεοπτική συνέντευξη, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση παραμένει ανοιχτή σε διάλογο με τους αγρότες, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλει “τραμπουκισμούς” από μερίδα διαδηλωτών που θέλουν να εμποδίσουν οποιαδήποτε συνομιλία με το κράτος.
Σε μια ρητορική που λειτουργεί ταυτόχρονα ως επιχείρημα νομιμοποίησης και ως πολιτική επίθεση, ο ίδιος τόνισε ότι πολλοί αγρότες που βρίσκονται στα μπλόκα θέλουν να συνομιλήσουν μαζί του και με την κυβέρνηση, αλλά κάποιοι άλλοι τους πιέζουν να αποφεύγουν τον διάλογο για να “μη σπάσει το μέτωπο” των κινητοποιήσεων.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατ’ επάγγελμα αγροτών δεν συμμετέχει στις κινητοποιήσεις, επισημαίνοντας ότι ενώ υπάρχουν 400.000 επαγγελματίες αγρότες στη χώρα, μόλις περίπου 4.000 τρακτέρ βρίσκονται στα μπλόκα.
Με αυτή την αναφορά, επιχειρείται μια διπλή ανάγνωση:
Η επιλογή των αριθμών έχει και πολιτική χροιά: θέτει στην κοινή γνώμη ότι τα μπλόκα είναι «περιθωριακή» δραστηριότητα και όχι έκφραση ενός ολόκληρου κοινωνικού κλάδου.
Ο πρωθυπουργός απάντησε επίσης στις επικρίσεις ότι η Τροχαία ευθύνεται για τα μπλοκαρίσματα των δρόμων, χαρακτηρίζοντας τέτοιες δηλώσεις «πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας».
Αυτό το πολιτικό μοτίβο — αντί να συζητάμε για το πρόβλημα, να αλλάζουμε την αιτία — αντανακλά την ένταση που υπάρχει όχι μόνο στις κινητοποιήσεις αλλά και στο πώς επιχειρείται να διαμορφωθεί η δημόσια συζήτηση.
Παρότι η κυβέρνηση επαναλαμβάνει την προσέγγισή της ότι ο διάλογος είναι η μόνη οδός επίλυσης, τα γεγονότα δείχνουν ότι οι εκπρόσωποι των αγροτών έχουν θέσει προϋποθέσεις για συνάντηση — συχνά αξιώνοντας ρητές εγγυήσεις πριν προσέλθουν στο τραπέζι.
Και αυτή η κατάσταση ανοίγει μια παραπολιτική συζήτηση:
Ο πρωθυπουργός φαίνεται να υπονοεί ότι «κάποιοι που έχουν συμφέρον να διατηρήσουν υψηλή ένταση» προσπαθούν να μπλοκάρουν κάθε συζήτηση, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση δηλώνει διαθέσιμη για διάλογο «χωρίς τελεσίγραφα».
Η πολιτική πίεση δεν εκδηλώνεται μόνο στους δρόμους. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, πολλοί πολίτες εκφράζουν αυξημένη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, με σημαντικό ποσοστό να δηλώνει ότι θέλει αλλαγή ή εκλογές — μια δυναμική που ενισχύει πολιτικά την αντιπολίτευση και αυξάνει το κόστος για τη Νέα Δημοκρατία.
Σε αυτό το περιβάλλον, οποιαδήποτε δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού δεν είναι απλά πολιτική θέση — είναι μήνυμα προς τους ψηφοφόρους, την αντιπολίτευση και τα εσωτερικά στρατόπεδα του δικού του κόμματος.
Η προσέγγιση του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να προβάλλει τον διάλογο ως θεσμό και ταυτόχρονα να καταγγέλλει ό,τι θεωρεί «άσκοπη πόλωση» ή «τραμπουκισμό».
Όμως, το πραγματικό πολιτικό στοίχημα είναι:
Αν η κυβέρνηση θέλει ουσιαστικό διάλογο, πρέπει όχι μόνο να απευθύνει προσκλήσεις, αλλά να δημιουργήσει όρους εμπιστοσύνης και θεσμικής συνομιλίας — κάτι που μέχρι στιγμής αποδεικνύεται πιο δύσκολο από τις δημόσιες δηλώσεις και πλέον έχει ισχυρή πολιτική και παραπολιτική διάσταση.
Πηγή: pagenews.gr