Μητσοτάκης: «Αρκετοί θέλουν διάλογο — κάποιοι τραμπουκίζουν για να στηθεί το “μέτωπο”»

Μητσοτάκης: «Αρκετοί θέλουν διάλογο — κάποιοι τραμπουκίζουν για να στηθεί το “μέτωπο”»

Ο πρωθυπουργός απαντά ευθέως για τα μπλόκα των αγροτών, καταγγέλλει εσωτερικές πιέσεις, ανοίγει την πόρτα για συνομιλίες και πυροδοτεί παραπολιτικές εκτιμήσεις για ρήξεις μέσα στο ίδιο το κίνημα.

 Ο Μητσοτάκης μιλά — με μήνυμα και παρασκήνιο

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απασφάλισε χθες το βράδυ σε τηλεοπτική συνέντευξη, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση παραμένει ανοιχτή σε διάλογο με τους αγρότες, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλει “τραμπουκισμούς” από μερίδα διαδηλωτών που θέλουν να εμποδίσουν οποιαδήποτε συνομιλία με το κράτος.

Σε μια ρητορική που λειτουργεί ταυτόχρονα ως επιχείρημα νομιμοποίησης και ως πολιτική επίθεση, ο ίδιος τόνισε ότι πολλοί αγρότες που βρίσκονται στα μπλόκα θέλουν να συνομιλήσουν μαζί του και με την κυβέρνηση, αλλά κάποιοι άλλοι τους πιέζουν να αποφεύγουν τον διάλογο για να “μη σπάσει το μέτωπο” των κινητοποιήσεων.

Η εκτίμηση της κυβέρνησης για τα μπλόκα

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατ’ επάγγελμα αγροτών δεν συμμετέχει στις κινητοποιήσεις, επισημαίνοντας ότι ενώ υπάρχουν 400.000 επαγγελματίες αγρότες στη χώρα, μόλις περίπου 4.000 τρακτέρ βρίσκονται στα μπλόκα.

Με αυτή την αναφορά, επιχειρείται μια διπλή ανάγνωση:

  1. Να αποδυναμωθεί το επιχείρημα της “γενικευμένης αγροτικής οργής”.
  2. Να κατευθυνθεί η συζήτηση προς μια μικρότερη, πιθανώς πολωμένη μειονότητα που εκφράζει τη σκληρή γραμμή των μπλόκων.

Η επιλογή των αριθμών έχει και πολιτική χροιά: θέτει στην κοινή γνώμη ότι τα μπλόκα είναι «περιθωριακή» δραστηριότητα και όχι έκφραση ενός ολόκληρου κοινωνικού κλάδου.

Παραδοχή vs. αντιστροφή — το πολιτικό παιχνίδι

Ο πρωθυπουργός απάντησε επίσης στις επικρίσεις ότι η Τροχαία ευθύνεται για τα μπλοκαρίσματα των δρόμων, χαρακτηρίζοντας τέτοιες δηλώσεις «πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας».

Αυτό το πολιτικό μοτίβο — αντί να συζητάμε για το πρόβλημα, να αλλάζουμε την αιτία — αντανακλά την ένταση που υπάρχει όχι μόνο στις κινητοποιήσεις αλλά και στο πώς επιχειρείται να διαμορφωθεί η δημόσια συζήτηση.

Διάλογος — αλλά ποιος;

Παρότι η κυβέρνηση επαναλαμβάνει την προσέγγισή της ότι ο διάλογος είναι η μόνη οδός επίλυσης, τα γεγονότα δείχνουν ότι οι εκπρόσωποι των αγροτών έχουν θέσει προϋποθέσεις για συνάντηση — συχνά αξιώνοντας ρητές εγγυήσεις πριν προσέλθουν στο τραπέζι.

Και αυτή η κατάσταση ανοίγει μια παραπολιτική συζήτηση:

  • Ποιοι εντός των κινητοποιήσεων ωθούν σε σκληρότερη γραμμή;
  • Υπάρχουν παρασκηνιακές δυνάμεις που προτιμούν τη σύγκρουση από τον διάλογο;
  • Μήπως κάποιοι επιχειρούν να πολιτικοποιήσουν τα μπλόκα σε όφελος ευρύτερων αντιπολιτευτικών στόχων;

Ο πρωθυπουργός φαίνεται να υπονοεί ότι «κάποιοι που έχουν συμφέρον να διατηρήσουν υψηλή ένταση» προσπαθούν να μπλοκάρουν κάθε συζήτηση, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση δηλώνει διαθέσιμη για διάλογο «χωρίς τελεσίγραφα».

Το παρασκήνιο της κρίσης εμπιστοσύνης

Η πολιτική πίεση δεν εκδηλώνεται μόνο στους δρόμους. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, πολλοί πολίτες εκφράζουν αυξημένη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, με σημαντικό ποσοστό να δηλώνει ότι θέλει αλλαγή ή εκλογές — μια δυναμική που ενισχύει πολιτικά την αντιπολίτευση και αυξάνει το κόστος για τη Νέα Δημοκρατία.

Σε αυτό το περιβάλλον, οποιαδήποτε δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού δεν είναι απλά πολιτική θέση — είναι μήνυμα προς τους ψηφοφόρους, την αντιπολίτευση και τα εσωτερικά στρατόπεδα του δικού του κόμματος.

Το πολιτικό δίλημμα

Η προσέγγιση του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να προβάλλει τον διάλογο ως θεσμό και ταυτόχρονα να καταγγέλλει ό,τι θεωρεί «άσκοπη πόλωση» ή «τραμπουκισμό».

Όμως, το πραγματικό πολιτικό στοίχημα είναι:

  • Πώς μπορεί να μεταφραστεί σε πράξη αυτός ο διάλογος;
  • Ποιοι εντός της κινητοποίησης αντιστέκονται και γιατί;
  • Τι μηνύματα στέλνονται στην κοινή γνώμη σε μια στιγμή που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει πρόβλημα εμπιστοσύνης;

Αν η κυβέρνηση θέλει ουσιαστικό διάλογο, πρέπει όχι μόνο να απευθύνει προσκλήσεις, αλλά να δημιουργήσει όρους εμπιστοσύνης και θεσμικής συνομιλίας — κάτι που μέχρι στιγμής αποδεικνύεται πιο δύσκολο από τις δημόσιες δηλώσεις και πλέον έχει ισχυρή πολιτική και παραπολιτική διάσταση.

Πηγή: pagenews.gr