Η αγροτική πολιτική της κυβέρνησης εισέρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις της, καθώς τα 3,8 δισ. ευρώ που κατευθύνθηκαν στον πρωτογενή τομέα μέσα στο 2025 δεν αποδεικνύονται επαρκή για να γεφυρώσουν το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και αγροτών. Παρά τη ρητορική περί στήριξης και διαλόγου, το αγροτικό μέτωπο παραμένει ανοιχτό, με την ένταση να μεταφέρεται από τα χωράφια στο πολιτικό παρασκήνιο.
Η κυβέρνηση, δια του αντιπροέδρου της Κωστή Χατζηδάκη, υποστηρίζει ότι οι αγρότες δεν έχουν λόγο να απέχουν από τον διάλογο, τονίζοντας πως τα ποσά που διατέθηκαν αποτελούν από τα υψηλότερα των τελευταίων ετών. Το μήνυμα είναι σαφές: το κράτος έβαλε πλάτη, τώρα είναι η σειρά των αγροτικών φορέων να καθίσουν στο τραπέζι.
Ωστόσο, στην αγροτική βάση η εικόνα είναι διαφορετική. Παρά τις ενισχύσεις, το αυξημένο κόστος ενέργειας, τα ακριβά λιπάσματα, τα καύσιμα και τα εργατικά έξοδα απορροφούν μεγάλο μέρος των επιδοτήσεων, αφήνοντας πολλούς παραγωγούς με την αίσθηση ότι οι αριθμοί δεν μεταφράζονται σε πραγματικό εισόδημα.
Στο κυβερνητικό επιτελείο υπάρχει η εκτίμηση ότι το αγροτικό ζήτημα ξεφεύγει από τα στενά οικονομικά όρια και αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά. Πηγές αναφέρουν ότι η επίκληση των 3,8 δισ. ευρώ λειτουργεί όχι μόνο ως επιχείρημα προς τους αγρότες, αλλά και ως ασπίδα απέναντι στην αντιπολίτευση, η οποία κατηγορεί την κυβέρνηση για έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδίου στον πρωτογενή τομέα.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των αγροτικών κινητοποιήσεων διακρίνονται διαφορετικές γραμμές. Άλλοι πιέζουν για συνέχιση των κινητοποιήσεων, θεωρώντας ότι μόνο έτσι θα υπάρξουν ουσιαστικές παραχωρήσεις, ενώ πιο μετριοπαθείς φωνές εκτιμούν πως ο διάλογος είναι αναπόφευκτος — αλλά όχι χωρίς σαφείς δεσμεύσεις και χρονοδιάγραμμα.
Στην εξίσωση μπαίνει και η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι συζητήσεις για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027 προκαλούν ανησυχία. Στελέχη του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης γνωρίζουν ότι οι μελλοντικοί ευρωπαϊκοί πόροι δεν θα είναι δεδομένοι και πως απαιτείται αναδιάρθρωση του μοντέλου παραγωγής, κάτι που πολιτικά μεταφράζεται σε δύσκολες αποφάσεις.
Αγροτικοί παράγοντες, από την άλλη, φοβούνται ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα φορτωθούν ξανά στις πλάτες των μικρομεσαίων παραγωγών, διευρύνοντας τις ανισότητες στον κλάδο.
Το ερώτημα που πλανάται είναι αν το σημερινό ρήγμα αποτελεί προοίμιο κλιμάκωσης ή μια ευκαιρία για επανακαθορισμό της αγροτικής πολιτικής. Η κυβέρνηση δείχνει να επιθυμεί αποκλιμάκωση, όμως οι αγρότες ζητούν κάτι περισσότερο από αριθμούς: ζητούν προβλεψιμότητα, χαμηλότερο κόστος παραγωγής και θεσμική αξιοπιστία.
Σε κάθε περίπτωση, το αγροτικό παραμένει πολιτικό crash test. Και όσο το χάσμα διαλόγου παραμένει ανοιχτό, τα 3,8 δισ. ευρώ — όσο μεγάλα κι αν είναι — δύσκολα θα λειτουργήσουν ως καταπραϋντικό σε έναν κλάδο που νιώθει πως βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση επιβίωσης.
Πηγή: pagenews.gr