Η ελληνική αγροτική πολιτική βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σταυροδρόμι — όχι μόνο επειδή η κυβέρνηση ανακοίνωσε πακέτο μέτρων για την ενίσχυση των παραγωγών, αλλά επειδή η ίδια η διαχείριση των αιτημάτων έχει μετατραπεί σε πολιτικό παιχνίδι, με έντονες παραπολιτικές αναγνώσεις και κρυφές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο κράτος και τους αγρότες.
Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης και οι υπουργοί αρμόδιοι για τον αγροτικό τομέα, ανακοινώθηκε πακέτο μέτρων που περιλαμβάνει:
Αυτά τα μέτρα περιγράφονται από το Μαξίμου ως μεγάλη «ανάσα» στον πρωτογενή τομέα. Σημειώνεται ότι οι πληρωμές προς τους αγρότες για το 2025 έφτασαν τα 3,82 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 13% σε σχέση με το 2024.
Ωστόσο, η ουσία των νέων μέτρων εμφανίζεται λιγότερο ριζική απ’ όσο διακηρύσσεται, ενώ αρκετοί παραγωγοί και φορείς μιλούν για «ψίχουλα» σε σχέση με το μέγεθος των προβλημάτων — υψηλό κόστος παραγωγής, δυσβάσταχτες φορολογικές και ενεργειακές επιβαρύνσεις, και βασικές αδυναμίες στη διάρθρωση της αγροτικής παραγωγής.
Από τα συνολικά 27 αιτήματα που κατέθεσαν οι αγρότες, η κυβέρνηση δηλώνει ότι:
Ανάμεσα στα αιτήματα που απορρίφθηκαν βρίσκονται:
Αυτά τα αιτήματα, πέρα από οικονομική πολιτική, εγείρουν βαθύτερα πολιτικά και στρατηγικά ζητήματα. Η άρνηση υιοθέτησής τους επίσημα δεσμεύεται πίσω από την τυπική επιχειρηματολογία πως δεν επιτρέπονται από τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις και το ευρωπαϊκό (Κοινή Αγροτική Πολιτική) πλαίσιο.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι 7 απορριφθέντες όροι δεν είναι «τυχαία»:
Το αίτημα να μην περάσει ο ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ αγγίζει βαθιά την εθνική αυτονομία στη διαχείριση των κονδυλίων, που η κυβέρνηση θέλει να ελέγχει κεντρικά και ψηφιακά — υποστηρίζοντας ότι θα αποτρέψει λάθη και καθυστερήσεις.
Αποτελεί αίτημα που θα έφερνε την Ελλάδα σε άμεση σύγκρουση με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με τους μεγάλους λομπίστικους κύκλους στις Βρυξέλλες, που αντιτίθενται σε κρατικές παρεμβάσεις στις τιμές.
Η κεντρική πλέον πολιτική επιλογή της κυβέρνησης είναι η διατήρηση του χρηματιστηρίου ενέργειας — κάτι που για τους αγρότες σημαίνει «κοστοβόρο ρεύμα» όποτε οι τιμές ανεβαίνουν διεθνώς.
Το αίτημα για ανάσχεση εισαγωγών συγκρούεται με ευρωπαϊκές δεσμεύσεις για ελεύθερη αγορά — και γι’ αυτό απορρίφθηκε, όχι μόνο οικονομικά αλλά και στρατηγικά, καθώς ενθαρρύνει την ιδέα προστατευτισμού.
Αυτές οι απορρίψεις δεν είναι απλώς τεχνικές αποφάσεις: αποκαλύπτουν μια βαθιά πολιτική προτίμηση για τάση προς ελεύθερες αγορές, δημοσιονομική πειθαρχία και εξαρτήσεις από ευρωπαϊκά εργαλεία, σε βάρος της «αγροτικής αυτονομίας» που ζητούν οι παραγωγοί.
Η αγροτική πολιτική στην Ελλάδα γίνεται πεδίο πολιτικής μάχης, όπου κάθε απόφαση δεν κρίνεται απλώς ως οικονομική παρέμβαση — αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού παιχνιδιού για την κατεύθυνση του μοντέλου παραγωγής, της οικονομίας και της εθνικής στρατηγικής
Πηγή: pagenews.gr