Η εμμονή του Ντόναλντ Τραμπ με τη Γροιλανδία τον τελευταίο καιρό, μεταφράζεται από πολλούς ως μια εκκεντρική προσωπική ιδέα ή και διαπραγματευτική υπερβολή. Και μπορεί ο ίδιος να διατείνεται πως συντρέχουν «λόγοι εθνικής ασφάλειας», η πραγματικότητα όμως όχι απλώς τον διαψεύδει, αλλά αποτυπώνει κάτι τελείως διαφορετικό. Στο νέο γεωπολιτικό τοπίο που η εποχή Τραμπ διαμορφώνει, μέχρι που μπορεί να φτάσει η επιθετικότητα των ΗΠΑ και τι δυνατότητες αντίδρασης έχει η Ευρώπη;
Κατ’ αρχάς, ο Ντ. Τραμπ δεν είναι ο πρώτος αμερικανός πρόεδρος που διατυπώνει την επιθυμία προσάρτησης της Γροιλανδίας. Στο παρελθόν και ο Χάρι Τρούμαν και ο Άντριου Τζόνσον είχαν εκφράσει και διερευνήσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, χωρίς όμως επιτυχία. Το νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, βασίζεται σε τρεις πυλώνες: σφαίρες επιρροής (δόγμα Μονρόε), σκληρή ισχύς και οικονομική κυριαρχία. Στο πλαίσιο αυτό, η προσάρτηση της Γροιλανδίας εξασφαλίζει στην Αμερική αφενός στρατηγικό βάθος, αφετέρου πλεονέκτημα στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό με Κίνα, Ρωσία μέσω της αξιοποίησης των κρίσιμων γαιών και του ελέγχου πρόσβασης στον βόρειο ατλαντικό. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή (την οποία ο Τραμπ αμφισβητεί) έχει δημιουργήσει μέσω της τήξης των πάγων νέα δεδομένα και νέους δρόμους για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Όλα τα παραπάνω, ωστόσο, μπορούν να επιτευχθούν από τις ΗΠΑ μέσω εμβάθυνσης της συνεργασίας με τη Δανία και τη Γροιλανδία, χωρίς φυσικά να χρειάζεται πλήρης προσάρτηση του μεγαλύτερου νησιού του κόσμου. Για να εξηγήσουμε, λοιπόν, τον Τραμπ, θα χρειαστεί να εστιάσουμε στην ωμότητα και την επιμονή του, καθώς και στο προσωπικό στοιχείο που διαπερνά και διαμορφώνει την πολιτική στρατηγική του: την επιθυμία να καταγραφεί στην Ιστορία ως ο πρόεδρος που επέκτεινε όσο κανείς άλλος τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στον κυνικό και βαθιά εγωκεντρικό κόσμο του, η γεωπολιτική δεν είναι μόνο ισορροπία ισχύος, αλλά και προσωπική υστεροφημία.
Αυτή η λογική, όμως, δεν περιορίζεται στη Γροιλανδία. Εκφράζεται και μέσω της απειλής επιβολής δασμών, ενός εργαλείου που ο Τραμπ έχει ήδη χρησιμοποιήσει επιτυχώς απέναντι στην Ευρώπη. Με την απειλή εμπορικών αντιποίνων, κατάφερε να πιέσει τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο ΝΑΤΟ, να στραφούν στο ακριβότερο αμερικανικό LNG και να προχωρήσουν σε μια σειρά από εμπορικές παραχωρήσεις. Πρόκειται για τη γνωστή συναλλακτική διπλωματία του, η οποία στο εσωτερικό παρουσιάζεται ως προστασία του Αμερικανού εργαζομένου και ενισχύει την πολιτική του απήχηση.
Η κατάχρηση, ωστόσο, αυτής της τακτικής εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Η συνεχής επίκληση των δασμών, ακόμη και ως απειλή, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε έναν ανοιχτό εμπορικό και πολιτικό πόλεμο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έναν πόλεμο χωρίς νικητές, με βαριές συνέπειες και για τις δύο πλευρές, αλλά και για τη συνοχή της Δύσης συλλήβδην.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη διαθέτει τα μέσα να απαντήσει, αλλά αν έχει τη βούληση να αναλάβει το κόστος μιας σκληρότερης στάσης. Η ΕΕ δεν είναι ανίσχυρη. Διαθέτει ισχυρά εργαλεία: αντισταθμιστικούς δασμούς, ρυθμιστικά αντίποινα σε τομείς όπως η προστασία δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη, φορολόγηση ψηφιακών υπηρεσιών που πλήττει άμεσα τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, ακόμη και περιορισμό της πρόσβασης αμερικανικών εταιρειών στην ενιαία αγορά. Παράλληλα, η επιτάχυνση και εμβάθυνση εμπορικών σχέσεων με τρίτες χώρες θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει εις βάρος των ΗΠΑ το παγκόσμιο οικονομικό τοπίο.
Η ολοκλήρωση της Έκτακτης Συνόδου Κορυφής της 22ας Ιανουαρίου για τη Γροιλανδία, βρήκε την Ευρώπη ενωμένη, εκπέμποντας ένθεν κακείθεν ένα σαφές μήνυμα: η ευρωπαϊκή κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα κράτους μέλους δεν αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής. Παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις, η Ένωση εμφανίζεται διατεθειμένη να υπερασπιστεί συλλογικά τα θεμελιώδη της όρια. Ταυτόχρονα, η Αρκτική παύει να θεωρείται ένα μακρινό, περιφερειακό ζήτημα και μετακινείται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Η -για την ώρα- υπαναχώρηση Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδίας, δεν πρέπει να εκληφθεί από την Ευρώπη ως λήξη συναγερμού. Το πιθανότερο είναι η Ουάσιγκτον να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη γηραιά ήπειρο όχι ως στρατηγικό εταίρο αλλά ως χώρο πολιτικής και οικονομικής επιρροής. Αυτό φυσικά αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο βαθιάς ρήξης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το τέλος του ΝΑΤΟ και της Δύσης όπως τη γνωρίζουμε σήμερα παύει να είναι απίθανο ενδεχόμενο και ανοίγει ο δρόμος για ένα μετα-δυτικό, πολυπολικό σύστημα, με νέες δυνάμεις και ισορροπίες. Και αν κάτι μπορεί να μας διδάξει η ιστορία, είναι πως οι μεταβάσεις αυτές σπανίως είναι ανώδυνες.
*Ο Δημήτρης Τζανιδάκης είναι Διεθνολόγος και Πολιτικός Επιστήμονας, μέλος του ΔΣ του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη
Πηγή: pagenews.gr