Οι επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές που ακολουθούν μεγάλες οικονομίες παγκοσμίως επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα παλιό, αλλά διαρκώς επίκαιρο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορούν τα κράτη να αυξάνουν τα ελλείμματα χωρίς να τιμωρηθούν από τις αγορές; Τα πρόσφατα γεγονότα σε Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν ότι οι επενδυτές έχουν αρχίσει να απαντούν με τον πιο άμεσο τρόπο, απαιτώντας υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατούν κρατικό χρέος, αναδιαμορφώνοντας τις ισορροπίες στις αγορές ομολόγων και συναλλάγματος.
Η Ιαπωνία ως προειδοποιητικό παράδειγμα
Η περίπτωση της Ιαπωνίας είναι ενδεικτική της νέας πραγματικότητας. Η απόδοση των 10ετών ιαπωνικών ομολόγων ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία από το 2023, με το πιο πρόσφατο επεισόδιο να είναι η άλμα 30 μονάδων βάσης στο 2,37%, μετά τις προεκλογικές εξαγγελίες της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι για κατάργηση του φόρου κατανάλωσης 8% στα τρόφιμα.
Η αντίδραση των αγορών δεν ήταν τυχαία. Το δημόσιο χρέος της χώρας κινείται κοντά στο 240% του ΑΕΠ, το υψηλότερο μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Για χρόνια, η Ιαπωνία μπορούσε να διαχειρίζεται αυτό το βάρος επειδή ο πληθωρισμός ήταν μηδενικός ή αρνητικός και το χρέος κατέληγε κυρίως σε εγχώρια χαρτοφυλάκια. Όμως, μετά την ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός εγκαταστάθηκε και εκεί, κινούμενος γύρω στο 3% κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2025.
Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή νέας δημοσιονομικής χαλάρωσης αυξάνει τον κίνδυνο πραγματικών απωλειών για τους επενδυτές. Το αποτέλεσμα είναι πωλήσεις ιαπωνικών τίτλων, πτώση τιμών και συνολική αύξηση αποδόσεων κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες από το 2023, μια εξέλιξη που πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητη για την αγορά της Ιαπωνίας.
Οι ΗΠΑ και το βάρος των ελλειμμάτων
Παρόμοια, αν και για διαφορετικούς λόγους, είναι η εικόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, τα περίφημα Treasuries, διατηρούν τις αποδόσεις τους σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, το ταχύτατα αυξανόμενο δημόσιο χρέος και τη γενικευμένη πολιτική αβεβαιότητα.
Την περασμένη εβδομάδα, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 15 μονάδες βάσης στο 4,29%, σε μια περίοδο έντονης αναταραχής, καθώς κορυφωνόταν η αντιπαράθεση με την Ευρώπη για το μέλλον της Γροιλανδίας και ασκούνταν ποινική δίωξη κατά του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ.
Παρότι η απόδοση είναι χαμηλότερη κατά περίπου 28 μονάδες βάσης σε σχέση με πέρυσι, παραμένει ιστορικά υψηλή. Το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε το 2025 στο 5,9% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 124%, με προοπτική –σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Scope– να αγγίξει το 240% έως το 2030. Η εκρηκτική αύξηση των τόκων για την εξυπηρέτηση του χρέους ενισχύει περαιτέρω αυτή τη δυναμική, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Νομίσματα υπό πίεση και απώλεια εμπιστοσύνης
Η μαζική αποχώρηση επενδυτών από ιαπωνικά και αμερικανικά ομόλογα είχε άμεσο αντίκτυπο και στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Το δολάριο, επί δεκαετίες σημείο αναφοράς σε περιόδους κρίσης, υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι των βασικών νομισμάτων εδώ και πολλά χρόνια, με το ευρώ να ξεπερνά τα 1,20 δολάρια. Το ιαπωνικό γιεν κατρακύλησε επίσης, πυροδοτώντας ακόμη και φήμες για κοινή παρέμβαση Τόκιο και Ουάσιγκτον.
Το αποτέλεσμα είναι ότι τόσο το δολάριο όσο και το γιεν φαίνεται να έχουν χάσει, έστω προσωρινά, τον ρόλο του ασφαλούς επενδυτικού καταφυγίου. Αντί να αποτελούν λιμάνι σταθερότητας, γίνονται νομίσματα από τα οποία οι επενδυτές σπεύδουν να αποχωρήσουν, φοβούμενοι περαιτέρω υποχώρηση.
Το ελβετικό φράγκο ως εξαίρεση
Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, το μόνο νόμισμα που διατηρεί αλώβητο το κύρος του είναι το ελβετικό φράγκο. Ενισχύθηκε έναντι όλων των βασικών νομισμάτων, με το ευρώ να υποχωρεί ακόμη και κάτω από τα 0,92 φράγκα. Παράλληλα, τα 10ετή ελβετικά ομόλογα είναι σχεδόν τα μόνα που προσφέρουν αποδόσεις κοντά στο μηδέν, γύρω στο 0,18%, αντανακλώντας τον μηδενικό πληθωρισμό και τα ισχυρά δημοσιονομικά θεμέλια της χώρας.
Ο περιορισμένος αντίκτυπος στην Ευρώπη και η ελληνική περίπτωση
Παρά τη διεθνή αναταραχή, ο αντίκτυπος από την άνοδο των ιαπωνικών αποδόσεων στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικών τίτλων ήταν περιορισμένος και τελικά απορροφήθηκε. Στην Ελλάδα, η απόδοση των 10ετών ομολόγων διαμορφώθηκε στο 3,46%, στα ίδια περίπου επίπεδα με τους αντίστοιχους γαλλικούς και ιταλικούς τίτλους, μια εξέλιξη που υπογραμμίζει τη σημασία της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Σε ανάλυσή του, ο οικονομολόγος του Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, Matthias Gnewuch, σημειώνει ότι τα ελληνικά ομόλογα έχουν πλέον ενοποιηθεί με εκείνα των άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Αυτό, όπως τονίζει, μεταφράζεται σε ισχυρότερη εμπιστοσύνη των αγορών, χαμηλότερες αποδόσεις και βελτιωμένες συνθήκες χρηματοδότησης, στηριζόμενες σε διαρκή οικονομική ανάκαμψη και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Το μήνυμα των αγορών
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: οι αγορές δεν αγνοούν πλέον τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ακόμη και όταν προέρχονται από οικονομίες με μακρά ιστορία αξιοπιστίας. Σε έναν κόσμο υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας, η δημοσιονομική πειθαρχία επανέρχεται ως βασικός παράγοντας σταθερότητας, επηρεάζοντας αποδόσεις, νομίσματα και την ίδια τη γεωγραφία των ασφαλών επενδυτικών καταφυγίων.
Πηγή: Pagenews.gr
