Nέα της αγοράς

Jefferies: Η Ελλάδα παραμένει το κορυφαίο «equity story» στην Ευρώπη

Jefferies: Η Ελλάδα παραμένει το κορυφαίο «equity story» στην Ευρώπη
Από το ράλι του Χ.Α. στη δοκιμασία των ροών: γιατί το πέρασμα στις ανεπτυγμένες αγορές μπορεί να φέρει… πιέσεις

Η Jefferies εξακολουθεί να βλέπει την Ελλάδα ως το πιο ελκυστικό χρηματιστηριακό αφήγημα στην Ευρώπη, με μια μακροοικονομική εικόνα που –κατά την εκτίμησή της– έχει διάρκεια και βάθος. Στην ίδια ανάσα, ωστόσο, «σηκώνει» μια κόκκινη σημαία που απασχολεί όλο και πιο έντονα τους επενδυτές: το ενδεχόμενο η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα περισσότερο επιβαρυντική παρά ευεργετική, λόγω της μηχανικής των παθητικών ροών.

Η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Στα τέλη Ιανουαρίου, η MSCI ανακοίνωσε επίσημα ότι ξεκινά δημόσια διαβούλευση για την πιθανή αναταξινόμηση της Ελλάδας από Emerging σε Developed Market, μάλιστα σε ένα βήμα, με στόχο εφαρμογής τον Αύγουστο του 2026. Η ίδια η MSCI έθεσε και σαφές χρονοδιάγραμμα: η αγορά καλείται να καταθέσει άποψη έως 16 Μαρτίου 2026, ενώ η τελική απόφαση αναμένεται να ανακοινωθεί έως 31 Μαρτίου 2026.

Σε αυτό ακριβώς το «παράθυρο» τοποθετείται και η Jefferies, επιμένοντας πως η μεγάλη εικόνα της Ελλάδας παραμένει εξαιρετική, αλλά προειδοποιώντας πως η μετάβαση κατηγορίας μπορεί να συνοδευτεί από το φαινόμενο που ονομάζει «κατάρα των ροών».

Η αναβάθμιση ως… «υποβάθμιση» και το πρόβλημα των παθητικών κεφαλαίων

Στην καρδιά της ανησυχίας βρίσκεται ένα τεχνικό αλλά καθοριστικό στοιχείο: η αναδιάρθρωση των χαρτοφυλακίων των passive funds, δηλαδή των κεφαλαίων που ακολουθούν κατά γράμμα δείκτες, χωρίς «ανθρώπινη» κρίση για το αν μια αγορά είναι φθηνή, ακριβή ή ελκυστική. Στο σενάριο αναβάθμισης, τα funds που είναι δεμένα με τους δείκτες Emerging Markets θα υποχρεωθούν να μειώσουν ή να μηδενίσουν την έκθεση στην Ελλάδα. Το ερώτημα είναι αν τα αντίστοιχα κεφάλαια των Developed Markets θα καλύψουν γρήγορα –και με το ίδιο μέγεθος– το κενό.

Εδώ η Jefferies βλέπει τον κίνδυνο: η Ελλάδα, μπαίνοντας σε «ωκεανό» πολύ μεγαλύτερων αγορών, μπορεί να αποκτήσει μικρότερη στάθμιση σε παγκόσμιους developed δείκτες, με αποτέλεσμα οι αναμενόμενες εισροές να είναι μικρότερες από τις αναγκαστικές εκροές. Γι’ αυτό και στο διεθνές τραπεζικό ρεπορτάζ έχει ήδη καταγραφεί ο προβληματισμός ότι τέτοιες αναταξινομήσεις συχνά συνοδεύονται από βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα ακριβώς λόγω των μηχανικών ροών.

Η ουσία είναι απλή, όσο σκληρή κι αν ακούγεται: σε ένα περιβάλλον όπου τα παθητικά κεφάλαια έχουν τεράστιο «βάρος», το πού ανήκεις στους δείκτες μπορεί να επηρεάσει την αγορά περισσότερο από το πόσο καλά πας στην οικονομία.

Το timing της MSCI και η δεύτερη «σφραγίδα» από FTSE Russell

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο στο ραντάρ της MSCI. Η FTSE Russell έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα αναβαθμίσει την Ελλάδα σε Developed Market με εφαρμογή από 21 Σεπτεμβρίου 2026 (από το άνοιγμα της συνεδρίασης). Αυτό σημαίνει ότι η αγορά μπορεί να περάσει μέσα σε λίγους μήνες δύο μεγάλα κύματα αναδιάρθρωσης –το ένα γύρω από τον Αύγουστο (αν προχωρήσει η MSCI) και το άλλο τον Σεπτέμβριο (βάσει FTSE Russell)– με ό,τι αυτό συνεπάγεται για ρευστότητα, spreads και συμπεριφορές χαρτοφυλακίων.

Η Jefferies διαβάζει αυτή τη συγκυρία ως ένα παράδοξο: η Ελλάδα επιστρέφει στην «κανονικότητα» των ανεπτυγμένων αγορών, αλλά η μετάβαση μπορεί να είναι πιο δύσκολη από όσο θα περίμενε κανείς, ακριβώς επειδή οι δείκτες και τα funds λειτουργούν με κανόνες που δεν ενδιαφέρονται για την αφήγηση, αλλά για την κατηγορία.

Γιατί η Jefferies παραμένει «ταύρος» για τις ελληνικές μετοχές

Παρά τους κινδύνους, η Jefferies δεν αλλάζει γραμμή. Κρατά την Ελλάδα στο επίκεντρο, αποτυπώνοντας ότι το Χ.Α. υπήρξε το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό story στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια και ότι η χώρα συνεχίζει να έχει ένα ισχυρό μακροοικονομικό και θεσμικό αφήγημα. Σε αυτό το πλαίσιο, το σχόλιό της ότι η Ελλάδα είναι το καλύτερο equity story στην Ευρώπη και διαθέτει μακράν την καλύτερη κυβέρνηση λειτουργεί ως «σφραγίδα» συνέχειας: η επενδυτική θέση δεν αλλάζει, απλώς γίνεται πιο προσεκτική ως προς τον τρόπο που η αγορά θα απορροφήσει τις ροές.

Το μήνυμα είναι ότι το ελληνικό story –όπως το βλέπουν οι αισιόδοξοι επενδυτικοί οίκοι– δεν εξαντλείται σε ένα ράλι. Πατά σε ανάπτυξη, σε δημοσιονομική βελτίωση, σε μείωση ρίσκου και σε μια αίσθηση ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της το «δηλητηριώδες» στάδιο της κρίσης. Ακόμη και πιο γενικές αναλύσεις για την Ελλάδα των τελευταίων ετών καταγράφουν πως η επιστροφή των επενδυτών συνδέεται με την αλλαγή εικόνας στα δημόσια οικονομικά και στην πρόσβαση στις αγορές, ενώ η προοπτική αναβάθμισης σε developed status επανέρχεται διαρκώς ως ορόσημο.

Οι τράπεζες ως «μοχλός» και ταυτόχρονα ως συγκέντρωση ρίσκου

Ένα ακόμη σημείο που καθορίζει το πώς θα παιχτεί το επόμενο επεισόδιο στο Χ.Α. είναι η δομή των δεικτών. Η ελληνική αγορά, ειδικά μέσα από το πρίσμα των διεθνών benchmarks, έχει έντονο τραπεζικό χαρακτήρα. Αυτό είναι πλεονέκτημα όταν ο κλάδος ανεβαίνει, αλλά δημιουργεί και συγκέντρωση ρίσκου όταν έρχεται η ώρα των αναγκαστικών αναδιαρθρώσεων.

Σε μια αναβάθμιση κατηγορίας, οι dedicated EM investors –όσοι έχουν χτίσει overweight θέσεις στην Ελλάδα μέσα από τον «αναδυόμενο» φακό– μπορεί να βρεθούν μπροστά σε υποχρεωτικές πωλήσεις. Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές του developed σύμπαντος μπορεί να θεωρήσουν την Ελλάδα πολύ μικρή ή χαμηλής ρευστότητας για να τη βάλουν ψηλά στις προτεραιότητές τους. Αυτός είναι ο πυρήνας του φόβου: όχι ότι η Ελλάδα δεν αξίζει, αλλά ότι μπορεί για ένα διάστημα να βρεθεί «ανάμεσα σε δύο κόσμους».

Ο αντίλογος: όταν η «κανονικότητα» φέρνει μεγαλύτερους παίκτες

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη ανάγνωση, την οποία υιοθετούν αρκετοί αναλυτές: το ότι η αγορά θα περάσει σε developed status, ακόμη κι αν δημιουργήσει μεταβλητότητα στην αρχή, μπορεί τελικά να ανοίξει την πόρτα σε μεγαλύτερους και πιο μακροπρόθεσμους επενδυτές. Το επιχείρημα είναι ότι ένα μέρος της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας έχει περιορισμούς εντολής: δεν «αγγίζει» emerging markets, άρα η αλλαγή κατηγορίας μπορεί να λειτουργήσει ως νέο φίλτρο εισόδου.

Σε αυτή την εικόνα έρχεται να «κουμπώσει» και ένα δεύτερο μεγάλο θέμα που αφορά άμεσα το οικοσύστημα της αγοράς: η ενσωμάτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χάρτη μέσω Euronext. Η Euronext κινήθηκε θεσμικά το 2025 για την απόκτηση του ATHEX και μίλησε ξεκάθαρα για στόχο μιας πιο ολοκληρωμένης και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, με την Αθήνα να τοποθετείται ως κόμβος για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, η ίδια η Euronext έχει αναδείξει τη στρατηγική της ενοποίησης υποδομών, clearing και settlement, ως τρόπο μείωσης του κατακερματισμού και βελτίωσης της διασυνοριακής πρόσβασης.

Με απλά λόγια, αν το ελληνικό χρηματιστήριο «κουμπώσει» σε ένα βαθύτερο ευρωπαϊκό βιβλίο ρευστότητας και σε πιο ενοποιημένες μετασυναλλακτικές δομές, τότε ένα μέρος των σημερινών ενστάσεων για μέγεθος και ρευστότητα μπορεί να αμβλυνθεί στην πράξη.

Το συμπέρασμα της Jefferies: ισχυρό story, δύσκολο πέρασμα

Το αφήγημα της Jefferies δεν είναι αντιφατικό· είναι ρεαλιστικά διπλό. Από τη μία πλευρά, επιμένει ότι η Ελλάδα παραμένει εξαιρετική περίπτωση ανάκαμψης και ότι οι ελληνικές μετοχές έχουν να δείξουν μια εντυπωσιακή διαδρομή. Από την άλλη, επισημαίνει ότι η αγορά τώρα δοκιμάζεται από κάτι που δεν έχει σχέση με τα fundamentals, αλλά με τη «μηχανική» των δεικτών και την ωμή αριθμητική των παθητικών κεφαλαίων.

Το κρίσιμο για την Αθήνα –και για όσους επενδύουν ή σκέφτονται να επενδύσουν– είναι να διαχωρίσουν το βραχυπρόθεσμο θόρυβο από τη μεγάλη εικόνα. Η αναβάθμιση μπορεί να φέρει κύματα, ίσως και έντονες αναταράξεις. Όμως, αν το ελληνικό story συνεχίσει να στηρίζεται σε αποτελέσματα, κερδοφορία, σταθερότητα και θεσμική πρόοδο, τότε οι ροές αργά ή γρήγορα βρίσκουν τον δρόμο τους. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα «το αξίζει». Είναι πόσο ομαλά θα γίνει η μετάβαση — και ποιοι θα έχουν την υπομονή να την περάσουν.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο