Πιερρακάκης–Στουρνάρας χαράσσουν «γραμμή άμυνας» για τον «Ηρακλή» μετά τον Άρειο Πάγο και τον Νόμο Κατσέλη
Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI/Πιερρακάκης–Στουρνάρας χαράσσουν «γραμμή άμυνας» για τον «Ηρακλή» μετά τον Άρειο Πάγο και τον Νόμο Κατσέλη
Σε ένα από τα πιο σύνθετα δημοσιονομικά παζλ των τελευταίων ετών εξελίσσεται για την κυβέρνηση η απόφαση-σταθμός του Αρείου Πάγου που αφορά τις ρυθμίσεις χρεών ευάλωτων οφειλετών του Νόμου Κατσέλη (Ν.3869/2010). Μια δικαστική κρίση που, στην πρώτη ανάγνωση, μοιάζει να ρυθμίζει ιδιωτικές συμβάσεις και τις σχέσεις μεταξύ δανειοληπτών και πιστωτών, στην πράξη όμως επηρεάζει ευθέως την «καρδιά» ενός κρίσιμου εργαλείου διαχείρισης κόκκινων δανείων: των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής» και, κατ’ επέκταση, των κρατικών εγγυήσεων που τις συνοδεύουν.
Η βαρύτητα των συνεπειών αποτυπώθηκε και πολιτικά, καθώς το θέμα συζητήθηκε σε ευρεία σύσκεψη στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υπό τον Κυριάκο Πιερρακάκη, με συμμετοχή του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα. Το σήμα που εκπέμπεται είναι σαφές: οι επιτελείς βλέπουν μπροστά τους μια εξέλιξη που δεν περιορίζεται στην κοινωνική της διάσταση, αλλά ανοίγει νέο κύκλο προβληματισμού για τη δημοσιονομική σταθερότητα, το δημόσιο χρέος και την εικόνα της χώρας απέναντι σε θεσμούς και αγορές.
Η κρίσιμη αλλαγή στον υπολογισμό των τόκων και η «ανάσα» στους οφειλέτες
Ο πυρήνας της δικαστικής εξέλιξης είναι καθοριστικός για χιλιάδες ρυθμίσεις: πλέον ορίζεται ότι οι τόκοι στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη θα υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου. Πρόκειται για διαφοροποίηση που μεταφράζεται σε ουσιαστική ελάφρυνση για τους ευάλωτους δανειολήπτες, καθώς περιορίζει το τελικό κόστος εξυπηρέτησης και καθιστά πιο «βιώσιμες» τις ρυθμίσεις που ήδη τρέχουν.
Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η αλλαγή λειτουργεί ως ανάχωμα για νοικοκυριά που ήδη πιέζονται από αυξημένα κόστη διαβίωσης. Για όσους βρίσκονται σε ρυθμίσεις, η έννοια της προβλεψιμότητας και της αντοχής μιας δόσης είναι το κλειδί. Η απόφαση, επομένως, αποτυπώνει μια κατεύθυνση προστασίας, επιβεβαιώνοντας ότι σε υποθέσεις ευάλωτων οφειλετών το δικαστικό σώμα σταθμίζει έντονα τη διάσταση της πραγματικής δυνατότητας αποπληρωμής.
Όμως εδώ ακριβώς ξεκινά η «άλλη όψη» που βλέπει το οικονομικό επιτελείο: όταν μειώνονται οι απαιτήσεις που εισπράττονται από τα ρυθμισμένα δάνεια, μειώνονται αντίστοιχα και οι ροές εσόδων που έχουν «χτιστεί» πάνω σε αυτές τις απαιτήσεις.
Πώς ο Νόμος Κατσέλη «χτυπά» τον «Ηρακλή» και γιατί μπαίνει στο κάδρο το Δημόσιο
Η κυβερνητική ανησυχία δεν εστιάζει σε ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά σε έναν μηχανισμό που συνδέει άμεσα τις δικαστικές εξελίξεις με τα δημόσια οικονομικά. Η μείωση των εισπράξεων από δανειολήπτες σημαίνει «τρύπα» στα έσοδα των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής». Και η «κόκκινη γραμμή» βρίσκεται στο γεγονός ότι τα senior ομόλογα αυτών των τιτλοποιήσεων φέρουν εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Με απλά λόγια, όταν οι ταμειακές ροές ενός σχήματος τιτλοποίησης αποδειχθούν χαμηλότερες από τις προβλέψεις, τότε αυξάνεται ο κίνδυνος να ενεργοποιηθούν οι εγγυήσεις, δηλαδή να μεταφερθεί μέρος του κόστους στο κράτος. Έτσι, μια απόφαση που ευνοεί τους δανειολήπτες μπορεί, εμμέσως, να εξελιχθεί σε παράγοντα επιβάρυνσης για το δημόσιο χρέος, αναβιώνοντας τη μόνιμη αγωνία των επιτελείων: να μη μετατραπεί ο μηχανισμός προστασίας σε μηχανισμό δημοσιονομικής αποσταθεροποίησης.
Η πρόκληση είναι και επικοινωνιακή και ουσιαστική. Διότι ακόμη κι αν ένα ποσό θεωρείται «διαχειρίσιμο», το σήμα προς αγορές και οίκους αξιολόγησης μπορεί να είναι δυσανάλογα βαρύ, αν δημιουργηθεί η αίσθηση ότι δικαστικές αποφάσεις μπορούν να επηρεάζουν μαζικά χρηματοοικονομικές δομές με εγγυήσεις Δημοσίου.
Ο «λογαριασμός» έως 1 δισ. ευρώ και το άγχος για το σήμα στις αγορές
Σύμφωνα με τεχνική μελέτη της KPMG, η επιβάρυνση για τις κρατικές εγγυήσεις θα μπορούσε να φτάσει ή και να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό, με στενά λογιστικά κριτήρια, δεν εμφανίζεται απαγορευτικό. Ωστόσο, η πολιτική και οικονομική ανησυχία δεν μετριέται μόνο σε ευρώ. Μετριέται και σε αξιοπιστία: στο κατά πόσο η χώρα εμφανίζεται ικανή να προβλέπει και να θωρακίζει τις δημοσιονομικές της παραμέτρους απέναντι σε «εξωγενείς» κλυδωνισμούς, όπως είναι μια δικαστική ανατροπή σε τρόπο υπολογισμού τόκων.
Εδώ αναδύεται και η δεύτερη ανησυχία: το προηγούμενο. Αν η ίδια λογική εφαρμοστεί ευρύτερα, είτε σε δάνεια που δεν έχουν ακόμη τιτλοποιηθεί είτε σε μελλοντικά χαρτοφυλάκια που σχεδιάζεται να μπουν στον «Ηρακλή», τότε η πιθανή επιβάρυνση δεν θα περιοριστεί σε έναν εφάπαξ αντίκτυπο. Θα αποκτήσει χαρακτήρα επαναληπτικό, ενισχύοντας την αβεβαιότητα γύρω από το πόσο σταθερές είναι οι παραδοχές πάνω στις οποίες πατά η αγορά των τιτλοποιήσεων.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τους χειρισμούς τόσο λεπτούς: η κυβέρνηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει δικαστική απόφαση, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να προλάβει ένα σενάριο στο οποίο η δημοσιονομική εικόνα «θολώνει» από απρόβλεπτες ενεργοποιήσεις εγγυήσεων.
Δημόσιο χρέος και «φρένο» στην πτωτική πορεία
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται και το δημόσιο χρέος, το οποίο –σύμφωνα με τα δεδομένα που εξετάζονται– προβλεπόταν στα 359,3 δισ. ευρώ για το 2026 (περίπου 138,2% του ΑΕΠ). Σε ένα δυσμενές σενάριο ενεργοποίησης εγγυήσεων, θα μπορούσε να ανέβει στα 360,3 δισ. ευρώ, κάτι που, έστω και οριακά, «φρενάρει» την πτωτική πορεία των τελευταίων ετών.
Η ουσία δεν είναι η μία μονάδα δισ. από μόνη της. Είναι ο συμβολισμός ότι η πορεία αποκλιμάκωσης μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες που δεν συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ή με την οικονομική δραστηριότητα, αλλά με δευτερογενείς επιπτώσεις σε εγγυοδοτικά σχήματα. Και ακριβώς επειδή το περιβάλλον αξιολόγησης των χωρών δίνει βάρος στην προβλεψιμότητα, τέτοιου είδους «εξωτερικές» μεταβλητές δημιουργούν νευρικότητα.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και ο φόβος για ευρύτερες δικαστικές αποφάσεις στο μέλλον, με ενδεχόμενες δημοσιονομικές συνέπειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες αναταράξεις. Η εμπειρία της ελληνικής κρίσης έχει αφήσει στο κράτος μια σχεδόν αντανακλαστική ευαισθησία σε κάθε παράγοντα που μπορεί να μετατραπεί σε πολλαπλασιαστή αβεβαιότητας.
Η σύσκεψη Πιερρακάκη–Στουρνάρα και η αναζήτηση «γραμμής άμυνας»
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η σύσκεψη υπό τον Κυριάκο Πιερρακάκη, με παρουσία του Γιάννη Στουρνάρα, αποκτά συμβολική αλλά και πρακτική σημασία. Από τη μία πλευρά υποδηλώνει ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως θέμα συστημικού ενδιαφέροντος. Από την άλλη, δείχνει ότι η κυβέρνηση αναζητά άμεσα εργαλεία χειρισμού, προκειμένου να αποφύγει το πιο δυσμενές ενδεχόμενο: να «πέσει» τώρα ο λογαριασμός στον φορολογούμενο μέσω κατάπτωσης εγγυήσεων.
Η κατεύθυνση που εξετάζεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διακινούνται, βασίζεται στην αξιοποίηση ρητρών «εξαιρετικών περιστάσεων» και «ανωτέρας βίας» που προβλέπονται στο πλαίσιο του «Ηρακλή». Η λογική εδώ δεν είναι να ακυρωθούν υποχρεώσεις, αλλά να διαχειριστεί ο χρόνος και ο τρόπος αποπληρωμής προς τους επενδυτές των senior τίτλων, ώστε να αποτραπεί μια απότομη ενεργοποίηση των εγγυήσεων.
Αυτό το σενάριο λειτουργεί σαν «διακόπτης» αποσυμπίεσης: να μετατεθούν πληρωμές, ακόμη και για αρκετά χρόνια, ώστε να μη δημιουργηθεί άμεσο δημοσιονομικό σοκ, ενώ παράλληλα να προστατευτεί η αγορά από ένα κύμα αμφιβολιών για το πλαίσιο εγγυήσεων.
Τα 44 δισ. «μαξιλάρι» και η προσπάθεια να μη διαταραχθεί η εμπιστοσύνη
Στην εξίσωση μπαίνουν και τα κρατικά ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία αναφέρονται ως 44 δισ. ευρώ και λειτουργούν ως «άγκυρα» σταθερότητας. Η ύπαρξη ενός τέτοιου αποθέματος δεν είναι απλώς ταμειακός δείκτης. Είναι μήνυμα προς τις αγορές ότι η χώρα διαθέτει περιθώρια διαχείρισης απρόβλεπτων εξελίξεων χωρίς πανικό.
Ωστόσο, οι χειρισμοί δεν περιορίζονται στη λογιστική. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να μη κλονιστεί η πίστη της αγοράς στο ότι οι δομές του «Ηρακλή» παραμένουν ασφαλείς και προβλέψιμες. Η εμπιστοσύνη, ειδικά όταν αφορά μηχανισμούς που «κουβαλούν» εγγυήσεις Δημοσίου, χτίζεται αργά αλλά μπορεί να τρωθεί γρήγορα, αν η αγορά πειστεί ότι οι παραδοχές μεταβάλλονται αιφνιδίως από εξωγενείς αποφάσεις.
Γι’ αυτό και η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει μια λεπτή ισορροπία: να αναγνωρίσει τη δικαστική απόφαση, να προστατεύσει τους ευάλωτους οφειλέτες, αλλά να θωρακίσει ταυτόχρονα τις κρατικές εγγυήσεις και την πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους.
«Σεβαστές οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης» και η ανάγκη προνοητικής στρατηγικής
Στο πολιτικό σκέλος, το μήνυμα που εκπέμπεται από την κυβέρνηση είναι σταθερό: «οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης είναι και θα γίνουν σεβαστές». Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυπική. Είναι αναγκαία για να αποτραπεί κάθε υπόνοια θεσμικής σύγκρουσης, ειδικά σε μια υπόθεση που αγγίζει κοινωνικά ευαίσθητα στρώματα.
Ταυτόχρονα όμως, η ίδια η απόφαση του Αρείου Πάγου λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα δημόσια οικονομικά χρειάζονται διαρκή εγρήγορση και προνοητικό σχεδιασμό. Όσο περισσότερο το κράτος χρησιμοποιεί μηχανισμούς που συνδέουν ιδιωτικό ρίσκο με δημόσια εγγύηση, τόσο πιο κρίσιμο είναι να προβλέπει «ρήτρες διαφυγής» για περιπτώσεις που οι υποθέσεις αλλάζουν. Και ο γεωπολιτικός, οικονομικός και θεσμικός κόσμος των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι μεταβολές δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας.
Σε αυτή τη συγκυρία, η «γραμμή άμυνας» που αναζητείται δεν είναι απλώς μια τεχνική λύση. Είναι μια προσπάθεια να προστατευτούν ταυτόχρονα δύο αξίες που συχνά συγκρούονται: η κοινωνική δικαιοσύνη για τους ευάλωτους και η δημοσιονομική σταθερότητα για το σύνολο της χώρας. Και το αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας θα κρίνει όχι μόνο το πώς θα απορροφηθεί ο άμεσος κραδασμός, αλλά και το πόσο ασφαλές θα θεωρείται στο εξής το πλαίσιο του «Ηρακλή» ως εργαλείο που στηρίζει τη χρηματοπιστωτική κανονικότητα χωρίς να ξανανοίγει παλιές πληγές.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας