Βρετανική γεωργία σε ασφυκτικό κλοιό: -37,4% οι εξαγωγές στην ΕΕ και «reset» που ξεκινά από μειονεκτική θέση
Πηγή Φωτογραφίας: FREEPIK/Βρετανική γεωργία σε ασφυκτικό κλοιό: -37,4% οι εξαγωγές στην ΕΕ και «reset» που ξεκινά από μειονεκτική θέση
Η ύπαιθρος πληρώνει τον λογαριασμό του Brexit
Πέντε χρόνια μετά την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η βρετανική γεωργία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή αριθμητική πραγματικότητα. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων προς την ΕΕ, την παραδοσιακά σημαντικότερη αγορά για το βρετανικό αγροδιατροφικό οικοσύστημα, έχουν μειωθεί κατά 37,4% σε σύγκριση με το 2019, το τελευταίο πλήρες έτος πριν από την αποχώρηση. Η εικόνα, όπως αποτυπώνεται σε ανάλυση στοιχείων της HMRC από την Εθνική Ένωση Αγροτών (NFU), αναδεικνύει ότι το Brexit δεν αποτέλεσε απλώς ένα πολιτικό γεγονός, αλλά ένα μόνιμο σοκ στις εμπορικές ροές που στήριζαν τη βρετανική ύπαιθρο.
Αυτό που κάνει την πτώση ακόμη πιο ανησυχητική για τους παραγωγούς δεν είναι μόνο το μέγεθος. Είναι η αίσθηση ότι η ΕΕ έχει ήδη «αναπληρώσει» το κενό, βρίσκοντας νέους προμηθευτές και νέες αλυσίδες. Ο πρόεδρος της NFU, Τομ Μπράντσοου, εμφανίζεται ξεκάθαρος ως προς το πολιτικό μήνυμα: ακόμα κι αν μειωθεί η τριβή στο εμπόριο, δεν υπάρχει εγγύηση επιστροφής στις παλιές ροές, γιατί οι ευρωπαϊκές αγορές δεν περιμένουν παθητικά τα βρετανικά προϊόντα να ξαναβρούν τον δρόμο τους.
Πού «πονάει» περισσότερο: πουλερικά, κρέας, γαλακτοκομικά
Η κάμψη δεν μοιράζεται ισότιμα. Υπάρχουν κλάδοι που δείχνουν να δέχονται δυσανάλογο πλήγμα, είτε λόγω του πόσο ευαίσθητα είναι τα προϊόντα σε καθυστερήσεις και ελέγχους είτε λόγω του πόσο αυστηρό έγινε το πλαίσιο υγειονομικών και τελωνειακών διαδικασιών. Τα πουλερικά εμφανίζουν τη μεγαλύτερη απώλεια με πτώση 37,7%, ακολουθούν τα βοοειδή με μείωση 23,6%, το αρνί με 14%, ενώ τα γαλακτοκομικά υποχωρούν κατά 15,6%, συμπεριλαμβανομένων εμβληματικών προϊόντων όπως το τσένταρ.
Πίσω από αυτά τα ποσοστά βρίσκεται μια αλλαγή καθημερινότητας που οι αγρότες περιγράφουν ως «διάβρωση ανταγωνιστικότητας». Εκεί που η ενιαία αγορά επέτρεπε ροές σχεδόν χωρίς τριβή, τώρα μεσολαβούν πιστοποιήσεις, έλεγχοι, καθυστερήσεις, κόστη συμμόρφωσης και ένα νέο ρίσκο ακύρωσης παραγγελιών όταν το προϊόν δεν φτάνει εγκαίρως ή όταν η γραφειοκρατία «κολλάει» σε ένα τελωνείο. Ουσιαστικά, το βρετανικό προϊόν δεν ανταγωνίζεται μόνο σε τιμή και ποιότητα, αλλά και σε ταχύτητα και προβλεψιμότητα.
«Δεν υπάρχουν άδεια ράφια»: η πιο σκληρή φράση του απολογισμού
Το πιο ρεαλιστικό –και ταυτόχρονα το πιο οδυνηρό– στοιχείο της τοποθέτησης της NFU είναι η παραδοχή ότι η αγορά δεν επιστρέφει αυτόματα στο παρελθόν. Η προειδοποίηση του Μπράντσοου ότι «δεν υπάρχουν άδεια ράφια με ταμπέλα ‘αναμονή για βρετανικά προϊόντα’» αποτυπώνει την ουσία: η ΕΕ, ως τεράστια αγορά, έχει επιλογές. Οι ευρωπαϊκές αλυσίδες λιανικής, οι βιομηχανίες τροφίμων και οι εισαγωγείς δεν σταμάτησαν να λειτουργούν· απλώς αναπροσάρμοσαν τα δίκτυά τους.
Αυτό μετατρέπει το «reset» που επιχειρεί το Λονδίνο σε προσπάθεια ανάκτησης χαμένου εδάφους, όχι σε ισότιμη επαναδιαπραγμάτευση από μηδενική βάση. Και καθιστά κρίσιμο το ερώτημα: ακόμα κι αν μειωθούν τα εμπόδια, πόσο γρήγορα μπορεί να ξαναχτιστεί εμπιστοσύνη και μερίδιο αγοράς;
Το πολιτικό «reset» Λονδίνου–Βρυξελλών και ο στόχος της άνοιξης
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί να ανοίξει νέο δίαυλο σταθερής πολιτικής διαχείρισης με τις Βρυξέλλες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας επανεκκίνησης, έχει συμφωνηθεί να υπάρξουν τακτικές πολιτικές επαφές ώστε οι διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως η γεωργία και η μείωση εμπορικής τριβής να τρέξουν με πιο σφιχτό χρονοδιάγραμμα, ενόψει μιας συνόδου κορυφής που αναμένεται προς τα τέλη της άνοιξης.
Η λογική αυτού του «reset» είναι πρακτική: αν δεν υπάρξει πολιτική επίβλεψη, τα τεχνικά θέματα (ιδίως όσα αγγίζουν υγειονομικά/φυτοϋγειονομικά πρωτόκολλα) μπορούν να οδηγήσουν σε στασιμότητα, μικρές κρίσεις και ένα διαρκές «σέρσιμο» που, για τους αγρότες, ισοδυναμεί με απώλεια χρόνου και χρήματος.
Το παράδειγμα του SAFE: όταν η πολιτική συνεργασία «σκοντάφτει» στο κόστος
Το πώς μπορεί να εκτροχιαστεί μια ευρύτερη ατζέντα συνεργασίας φάνηκε στο μέτωπο της άμυνας, με τις συνομιλίες για συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE ύψους 150 δισ. ευρώ να καταρρέουν, προκαλώντας αμηχανία και αναζήτηση νέας φόρμουλας.
Η σημασία αυτού του επεισοδίου για τη γεωργία δεν είναι άμεση, είναι όμως πολιτική: δείχνει πόσο εύκολα ένα «reset» μπορεί να συναντήσει όρια όταν μπαίνει στο τραπέζι η χρηματοδότηση, η αμοιβαιότητα και οι κανόνες συμμετοχής. Σε ένα κλίμα όπου η εμπιστοσύνη είναι εύθραυστη, κάθε αδιέξοδο σε έναν τομέα τροφοδοτεί σκεπτικισμό για το πόσο αποτελεσματική θα είναι η επανεκκίνηση και σε άλλους, όπως το εμπόριο αγροτικών προϊόντων.
Οι αγρότες ζητούν μεταβατικές ρυθμίσεις και «carve-outs» για την καινοτομία
Η NFU δεν περιορίζεται στη διαπίστωση της ζημιάς. Προβάλλει και μια συγκεκριμένη ατζέντα για το τι πρέπει να περιέχει μια νέα συμφωνία, αν το Λονδίνο θέλει να μειώσει πραγματικά τη φθορά. Στο επίκεντρο βρίσκονται μεταβατικές ρυθμίσεις που θα δώσουν χρόνο στους παραγωγούς να προσαρμοστούν σε νέο καθεστώς κανόνων, χωρίς να κινδυνεύσουν να βρεθούν ξαφνικά με προϊόντα που παράχθηκαν νόμιμα στη Μεγάλη Βρετανία αλλά δεν είναι εμπορεύσιμα στην ΕΕ.
Εξίσου κρίσιμο είναι το αίτημα για στοχευμένες εξαιρέσεις σε τομείς όπου το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι κινείται ταχύτερα από την ΕΕ. Εκεί εντάσσονται η γονιδιακή επεξεργασία για ανθεκτικές καλλιέργειες, συγκεκριμένες προσεγγίσεις σε εμβόλια για ζωονόσους και ορισμένα φυτοπροστατευτικά. Η αγωνία της παραγωγής είναι απλή: αν η τεχνολογία «τρέχει» και το εμπόριο έχει ήδη τριβή, μια νέα συμφωνία που θα επιβάλει απότομα επιπλέον περιορισμούς μπορεί να μετατραπεί σε δεύτερο σοκ, αυτή τη φορά όχι από τα σύνορα αλλά από τους κανόνες.
Το μόνιμο κόστος του Brexit και η οικονομία των συνηθειών
Το Brexit δεν άλλαξε μόνο χαρτιά και σφραγίδες. Άλλαξε συνήθειες. Οι αγορές χτίζονται πάνω σε σταθερές σχέσεις προμηθευτών, σε προβλέψιμες παραδόσεις, σε συστήματα ποιότητας που «κουμπώνουν» χωρίς τριβές. Όταν αυτό σπάει, οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές για να μειώσουν ρίσκο. Και όταν βρεθεί νέα κανονικότητα, η επιστροφή γίνεται δυσκολότερη.
Αυτός είναι ο λόγος που η πτώση 37,4% δεν διαβάζεται μόνο ως αριθμός, αλλά ως ένδειξη ότι το βρετανικό αγροτικό προϊόν έχασε θέση σε ένα ανταγωνιστικό ράφι που δεν μένει κενό. Γι’ αυτό και η φράση περί «μη άδειων ραφιών» αποκτά σχεδόν στρατηγική διάσταση: το timing ενός πολιτικού «reset» δεν είναι ουδέτερο. Όσο αργεί, τόσο παγιώνονται οι νέοι προμηθευτές, τόσο σκληραίνει ο ανταγωνισμός, τόσο ανεβαίνει το κόστος επανατοποθέτησης.
Τι σημαίνει αυτό για την Ευρώπη και γιατί αφορά και την Ελλάδα
Για τις ευρωπαϊκές αγορές, η εξέλιξη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ο κατακερματισμός μιας ενιαίας αγοράς έχει πραγματικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε προϊόντα που εξαρτώνται από ταχύτητα, συμμόρφωση και ευθυγράμμιση κανόνων. Και για χώρες όπως η Ελλάδα, που στηρίζουν σημαντικό μέρος της αγροτικής τους οικονομίας στην πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ζήτηση, η βρετανική εμπειρία γίνεται ένα παράδειγμα προς αποφυγή: η σταθερότητα κανόνων και η απουσία τριβής είναι συχνά πιο πολύτιμες από την ονομαστική «ελευθερία» διαφοροποίησης, όταν το ζητούμενο είναι η καθημερινή εμπορική ροή.
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τα στοιχεία της NFU είναι ότι το Λονδίνο, ακόμη κι αν κινηθεί τώρα πιο ενεργά προς τις Βρυξέλλες, θα χρειαστεί χρόνο, πολιτικό κεφάλαιο και τεχνικές λύσεις υψηλής ακρίβειας για να ανακτήσει έδαφος. Και η βρετανική ύπαιθρος, που ήδη πιέζεται από κόστος παραγωγής και ανταγωνισμό, δεν έχει την πολυτέλεια μιας ακόμη πενταετίας προσαρμογής χωρίς απτά αποτελέσματα.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας