Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι απλώς μια τεχνική άσκηση θεσμικής τακτοποίησης. Είναι, όπως παραδέχονται ακόμη και κυβερνητικά στελέχη off the record, μια πολιτική τομή με σαφή στόχο: να σπάσει ένα καθεστώς δεκαετιών που ταύτισε την πολιτική ευθύνη με την κοινοβουλευτική ασυλία και τις προανακριτικές επιτροπές με την εκάστοτε πλειοψηφία.
Στην καρδιά της κυβερνητικής πρότασης βρίσκεται το άρθρο 86. Δεν καταργείται – και αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Αντίθετα, μετασχηματίζεται. Η Βουλή χάνει το αποκλειστικό «κλειδί» της δίωξης και η Δικαιοσύνη περνά για πρώτη φορά μπροστά.
Η κατάργηση των προανακριτικών επιτροπών είναι ίσως η πιο ηχηρή αλλαγή. Ένας ειδικός δικαστικός σχηματισμός ανώτατων εισαγγελέων και δικαστών θα αναλαμβάνει την έρευνα για πολιτικά πρόσωπα, συντάσσοντας πόρισμα που θα κατατίθεται στη Βουλή.
Και εδώ ξεκινά η παραπολιτική συζήτηση: ποιος κυβερνητικός σχηματισμός θα τολμήσει να αγνοήσει ένα θεμελιωμένο δικαστικό πόρισμα; Η απάντηση που ακούγεται στα κοινοβουλευτικά πηγαδάκια είναι μία: κανείς χωρίς πολιτικό κόστος.
Με τον τρόπο αυτό, η Βουλή μετατρέπεται από «ανακριτή» σε θεσμικό επικυρωτή, ενώ η Δικαιοσύνη αποκτά ρόλο που μέχρι σήμερα της ήταν απαγορευμένος – τουλάχιστον ουσιαστικά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόθεση αλλαγής της διάταξης που υποχρεώνει τη Δικαιοσύνη να διαβιβάζει αμέσωςφακέλους στη Βουλή μόλις εμφανιστεί πολιτικό πρόσωπο σε μια υπόθεση.
Η κυβερνητική σκέψη είναι σαφής:
Πρόκειται για μια ρύθμιση που, όπως παραδέχονται νομικοί κύκλοι, θωρακίζει τη Δικαιοσύνη από εργαλειοποίηση αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί από την πολιτική σκηνή ένα γνώριμο πεδίο σκανδαλολογίας.
Στο μέτωπο της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η κυβέρνηση επιλέγει τη μέση οδό. Το Υπουργικό Συμβούλιο διατηρεί τον τελικό λόγο, όμως θεσμοθετείται –σε συνταγματικό επίπεδο πλέον– η συμμετοχή της Βουλής και των ανώτατων δικαστηρίων μέσω δεσμευτικών προτάσεων.
Παραπολιτικά, αυτό μεταφράζεται ως εξής: κανείς δεν χάνει εντελώς τον έλεγχο, αλλά κανείς δεν τον έχει μόνος του.
Η κυβερνητική πρόταση για τις Ανεξάρτητες Αρχές έρχεται να απαντήσει σε ένα χρόνιο πρόβλημα: την παράλυση λόγω αδυναμίας συγκρότησης πλειοψηφιών.
Η πρόβλεψη τρίτης ψηφοφορίας με μειωμένο αλλά όχι κυβερνητικό αριθμό ψήφων επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη συναίνεση και στη λειτουργικότητα. Το ακριβές όριο παραμένει ανοιχτό – και εκεί ακριβώς εστιάζονται οι πολιτικές διαπραγματεύσεις που ήδη τρέχουν στο παρασκήνιο.
Για πρώτη φορά, η δυνατότητα σύγκλησης του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναβαθμίζεται συνταγματικά. Με σαφείς προϋποθέσεις και συγκεκριμένα πεδία εφαρμογής, ο ΠτΔ αποκτά θεσμικό ρόλο διαμεσολαβητή σε κρίσιμες πολιτικές στιγμές.
Δεν προβλέπεται –τουλάχιστον προς το παρόν– περαιτέρω ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, αν και στο παρασκήνιο συζητείται η συμμετοχή του στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αναθεώρηση θα περιλαμβάνει γενικές διατάξεις αλλά και καταργήσεις αναχρονιστικών άρθρων, σηματοδοτώντας μια ευρύτερη θεσμική αναδιάταξη.
Το ερώτημα που πλανάται πάνω από το πολιτικό σύστημα είναι απλό και σκληρό: πρόκειται για πραγματική θεσμική επανεκκίνηση ή για μια καλοσχεδιασμένη μετατόπιση ευθυνών;
Η απάντηση, όπως πάντα, θα δοθεί όχι μόνο στα άρθρα του Συντάγματος, αλλά και στην πολιτική πράξη.
Πηγή: pagenews.gr