Οι αυξήσεις στο μοσχάρι έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους πιο «καθαρούς» δείκτες του τι σημαίνει ακρίβεια στην καθημερινότητα. Δεν πρόκειται μόνο για μια ακόμα ανατίμηση σε ένα ράφι. Πρόκειται για ένα βασικό τρόφιμο που, όταν ακριβαίνει, πιέζει κατευθείαν τον οικογενειακό προϋπολογισμό και αλλάζει συνήθειες κατανάλωσης. Και εδώ έρχεται το κρίσιμο στοιχείο: η άνοδος των τιμών στην Ελλάδα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που από μόνο του δημιουργεί ένα ερώτημα που δεν γίνεται να μείνει αναπάντητο.
Αυτό ακριβώς αναγνώρισε δημόσια η διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, Δέσποινα Τσαγγάρη, μιλώντας για την εικόνα της αγοράς και προαναγγέλλοντας νέες παρεμβάσεις. Με έμφαση όχι σε γενικόλογες διαπιστώσεις, αλλά σε μια πιο στοχευμένη ανάγνωση του προβλήματος: αν η Ευρώπη πιέζεται, η Ελλάδα πιέζεται περισσότερο — άρα «κάτι συμβαίνει» που πρέπει να εντοπιστεί και να διορθωθεί.
Το «κοινωνικό αποτύπωμα» και η πίεση της καθημερινότητας
Το πρώτο μήνυμα που εκπέμπει η νέα Αρχή είναι ότι μπαίνει στο πεδίο όχι απλώς για να καταγράψει το πρόβλημα, αλλά για να αφήσει μετρήσιμο κοινωνικό αποτύπωμα. Η ίδια η κ. Τσαγγάρη περιέγραψε την ακρίβεια ως υπαρκτό ζήτημα που ακουμπά την καθημερινότητα «των ανθρώπων», άρα το βάρος της παρέμβασης δεν είναι θεωρητικό. Είναι πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένο, γιατί αφορά το πώς ζει ένα νοικοκυριό, πώς ψωνίζει, τι κόβει πρώτο και τι κρατά ως «αναγκαίο».
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η νέα Αρχή επιχειρεί να ξεχωρίσει τι είναι δικαιολογημένο και τι μοιάζει ανεξήγητο στις ανατιμήσεις. Η φράση-κλειδί είναι ότι υπάρχουν λόγοι που «δικαιολογούνται» και άλλοι που «πρέπει να τους ψάξουμε πολύ». Δηλαδή, δεν αμφισβητείται ότι η διεθνής αλυσίδα τροφίμων έχει πιέσεις. Αμφισβητείται, όμως, το γιατί η ελληνική αγορά εμφανίζει σε συγκεκριμένα αγαθά μεγαλύτερο «άλμα» από αυτό που βλέπουν άλλα κράτη-μέλη.
Όταν τρεις κατηγορίες «σηκώνουν» το μεγαλύτερο βάρος των αυξήσεων
Με αφορμή την τελευταία εικόνα της αγοράς, η κ. Τσαγγάρη στάθηκε στο ότι η αύξηση που καταγράφεται στις τιμές προϊόντων στα σούπερ μάρκετ αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό σε τρεις μόνο κατηγορίες: μοσχάρι, σοκολατοειδή και καφέ. Η παρατήρηση αυτή έχει διπλή σημασία.
Πρώτον, δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι «ομοιόμορφο» παντού. Δηλαδή, η ακρίβεια δεν απλώνεται απλώς σαν ομίχλη. Σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα προϊόντα που επηρεάζουν έντονα την κατανάλωση. Και δεύτερον, ανοίγει τον δρόμο για στοχευμένες παρεμβάσεις, όχι για οριζόντιες κινήσεις που χτυπούν στο κενό.
Το μοσχάρι ως «ευρωπαϊκό πρόβλημα» που στην Ελλάδα γίνεται μεγαλύτερο
Η αγορά του μοσχαριού, όπως παραδέχθηκε η διοικητής της Αρχής, είναι όντως ένα ευρωπαϊκό ζήτημα. Οι τιμές επηρεάζονται από το κόστος παραγωγής, τις ζωοτροφές, τα μεταφορικά, τη διαθεσιμότητα και τις διεθνείς συνθήκες. Όμως η Ελλάδα έχει ένα επιπλέον βάρος: εισάγει σε ετήσια βάση περίπου το 85% έως 90% του μοσχαριού. Αυτό σημαίνει ότι είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε εξωτερικές διακυμάνσεις και λιγότερο θωρακισμένη από εσωτερική παραγωγή που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι» στην τιμή.
Και πάλι, όμως, το κρίσιμο σημείο δεν είναι ότι ανεβαίνουν οι τιμές. Είναι ότι ανεβαίνουν περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς αν η Ελλάδα ακολουθούσε περίπου την ίδια καμπύλη με την ΕΕ. Εκεί «πατά» το συμπέρασμα της κ. Τσαγγάρη: όταν η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τόσο έντονη, τότε κάτι στην εγχώρια διαδρομή της τιμής δημιουργεί επιπλέον επιβάρυνση.
«Δεν είναι τα σούπερ μάρκετ»: το βλέμμα στο «ενδιάμεσο κομμάτι»
Το πιο αιχμηρό πολιτικά και οικονομικά σημείο των δηλώσεων της διοικητή είναι η πρώτη ανάγνωση του προβλήματος: ότι δεν δείχνει αρχικά τα σούπερ μάρκετ, αλλά «το ενδιάμεσο κομμάτι». Με άλλα λόγια, η προσοχή στρέφεται σε εκείνο το τμήμα της αλυσίδας που μεσολαβεί ανάμεσα στην εισαγωγή/παραγωγή και στο ράφι: διακίνηση, χονδρική, ενδιάμεσοι κρίκοι, τιμολογήσεις, πρακτικές που δεν είναι πάντα ορατές στον καταναλωτή.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία του «τι συμβαίνει;». Όταν μια χώρα εισάγει σε τέτοιο ποσοστό, ο τρόπος που διαμορφώνεται η τελική τιμή εξαρτάται πολύ από το πώς λειτουργεί η αγορά στο ενδιάμεσο. Αν αυτό το τμήμα εμφανίζει στρεβλώσεις, καθυστερήσεις στη μετακύλιση μειώσεων ή φαινόμενα υπερβολικών προσαυξήσεων, τότε η τελική τιμή μπορεί να ξεφεύγει από την ευρωπαϊκή «γραμμή».
Η ίδια η κ. Τσαγγάρη άφησε να εννοηθεί ότι έχει ξεκινήσει ήδη διαδικασία και ότι γνωρίζει τι πρέπει να γίνει, όμως απαιτούνται «πολλά εργαλεία». Και εδώ μπαίνει στο κάδρο ένας κρίσιμος παίκτης: η ΑΑΔΕ, που μπορεί να προσφέρει ισχυρή υποστήριξη μέσω δεδομένων, διασταυρώσεων και ελέγχων που «διαβάζουν» την αγορά πίσω από τις βιτρίνες.
Σοκολατοειδή και ο «κανόνας» των γρήγορων αυξήσεων και αργών μειώσεων
Η εικόνα δεν περιορίζεται στο κρέας. Στα σοκολατοειδή, η διοικητής αναγνώρισε ότι υπήρξαν δραματικές αυξήσεις στην τιμή του κακάο που δικαιολογούσαν την άνοδο των τιμών. Όμως ανέδειξε και ένα φαινόμενο που έχει γίνει σχεδόν κανόνας στην ακρίβεια: οι αυξήσεις περνούν γρήγορα, οι μειώσεις περνούν αργά.
Το σημείο-κλειδί εδώ είναι η διαπίστωση ότι, ενώ διεθνώς η τιμή του κακάο έχει υποχωρήσει σημαντικά σε διάστημα μηνών, η μείωση δεν αποτυπώνεται με αντίστοιχη ταχύτητα στην αγορά. Η πρόθεση για συνάντηση με τη σοκολατοβιομηχανία δείχνει ότι η Αρχή θέλει να πιέσει όχι μόνο με ελέγχους, αλλά και με θεσμικό διάλογο που θα απαιτεί εξηγήσεις, χρονοδιαγράμματα και διαφάνεια.
Καφές: λιγότερα ευρήματα, αλλά «παρόμοια» μοτίβα
Στον καφέ, η εικόνα εμφανίζεται πιο θολή, με λιγότερα στοιχεία προς το παρόν. Ωστόσο, η αναφορά ότι υπάρχουν «παρόμοια ευρήματα μικρότερης κλίμακας» λειτουργεί σαν προειδοποίηση ότι η Αρχή δεν αντιμετωπίζει τις αυξήσεις ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως μοτίβα συμπεριφοράς στην αγορά. Εκεί όπου η διεθνής τιμή, τα κόστη και οι ενδιάμεσες πρακτικές συνδέονται με τρόπο που δεν είναι πάντα διαφανής.
Προς νέες παρεμβάσεις: τι σημαίνει «εντατικοποίηση ελέγχων»
Το μήνυμα της Τσαγγάρη για «νέες παρεμβάσεις» και εντατικοποίηση των ελέγχων έρχεται σε μια χρονική στιγμή που η κοινωνία έχει ήδη περάσει πάνω από τρία χρόνια πίεσης στις τιμές τροφίμων. Αυτό αυξάνει το πολιτικό και κοινωνικό βάρος κάθε εξαγγελίας, γιατί οι πολίτες δεν περιμένουν απλώς διαπιστώσεις — περιμένουν αποτέλεσμα.
Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο να εντοπιστούν οι αιτίες, αλλά να σπάσει η αίσθηση ατιμωρησίας ή η εντύπωση ότι «η αγορά κάνει ό,τι θέλει». Ειδικά στο μοσχάρι, όπου η παραδοχή ότι οι ελληνικές αυξήσεις ξεπερνούν τον μέσο όρο της ΕΕ μετατρέπει το ζήτημα από γενική ακρίβεια σε ειδικό πρόβλημα λειτουργίας της αγοράς, που απαιτεί συγκεκριμένες λύσεις.
Κι αν η «πρώτη ανάγνωση» οδηγεί στο ενδιάμεσο κομμάτι της αλυσίδας, τότε οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν οι έλεγχοι και τα εργαλεία που ενεργοποιούνται μπορούν να φέρουν αυτό που ζητά ο καταναλωτής: να αντικατοπτρίζονται οι πραγματικές συνθήκες της αγοράς στην τιμή, χωρίς υπερβολικές προσαυξήσεις, καθυστερήσεις στις μειώσεις και στρεβλώσεις που πληρώνει τελικά το ταμείο του σπιτιού.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας