Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα δεν ήταν απλώς μια ακόμη διπλωματική υποχρέωση. Ήταν μια προσεκτικά σκηνοθετημένη πολιτική στιγμή, με πολλαπλά μηνύματα – προς το εσωτερικό ακροατήριο, προς τις Βρυξέλλες, προς την Ουάσινγκτον αλλά και προς τη Μόσχα.
Μετά από 17 μήνες, οι δύο ηγέτες κάθισαν ξανά στο ίδιο τραπέζι, σε μια συγκυρία γεμάτη περιφερειακές αναταράξεις. Το μήνυμα ήταν σαφές: χαμηλοί τόνοι, ανοιχτοί δίαυλοι, αποφυγή κρίσεων.
Η πιο ηχηρή στιγμή της κοινής παρουσίας ήρθε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Για πρώτη φορά με τόσο ευθύ τρόπο έθεσε δημόσια το θέμα της άρσης του casus belli του 1995:
«Είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;»
Η φράση δεν ήταν τυχαία. Δεν ήταν απλώς μια διπλωματική παρατήρηση. Ήταν μια έμμεση αλλά καθαρή πρόκληση προς την Άγκυρα να αποδείξει ότι η “θετική ατζέντα” δεν είναι επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Στην Αθήνα, κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι η συγκυρία ευνοεί μια τέτοια συζήτηση:
Ωστόσο, η άρση του casus belli αγγίζει τον πυρήνα της τουρκικής στρατηγικής αποτροπής. Και εκεί τα πράγματα δεν είναι απλά.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε ήπια ρητορική, χαρακτηρίζοντας τον Έλληνα πρωθυπουργό «πολύτιμο φίλο» – μια διατύπωση με σαφή συμβολισμό.
Αναγνώρισε ότι τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου είναι «ακανθώδη», όμως πρόσθεσε:
«Δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου, αρκεί να υπάρχει καλή θέληση.»
Η φράση ερμηνεύεται διττά:
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας: Η Αθήνα επιμένει ότι μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η Άγκυρα βλέπει ένα πακέτο ζητημάτων.
Στο πρακτικό επίπεδο, οι δύο πλευρές υπέγραψαν έξι συμφωνίες που αφορούν:
Παράλληλα, υπεγράφη η Κοινή Διακήρυξη του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Η εικόνα που μεταδόθηκε ήταν προσεκτικά ισορροπημένη: Καμία ερώτηση από δημοσιογράφους. Καμία αιχμή. Καμία θεατρική ένταση.
Η διπλωματική σχολή που εφαρμόζεται είναι σαφής: Διαφωνούμε, αλλά δεν συγκρουόμαστε. Συζητάμε, αλλά δεν υποχωρούμε.
Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, η συνάντηση είχε διαφορετικές αναγνώσεις.
Η κυβέρνηση επενδύει στη στρατηγική «ήρεμων νερών». Το αφήγημα είναι ότι η σταθερότητα στο Αιγαίο:
Παράλληλα, η σαφής αναφορά στο casus belli λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην κριτική περί «υπερβολικής συναίνεσης».
Ο Ερντογάν εμφανίζεται ως ηγέτης που μπορεί να συνομιλεί με την Ευρώπη χωρίς να εγκαταλείπει τις πάγιες θέσεις. Η ρητορική περί διεθνούς δικαίου και καλής θέλησης απευθύνεται κυρίως σε ευρωπαϊκά αυτιά.
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στα διμερή. Τέθηκαν ζητήματα:
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξέφρασε κατηγορηματική αντίθεση σε πιθανή προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, ενώ τόνισε ότι ο αφοπλισμός της Χαμάς αποτελεί προϋπόθεση για λύση δύο κρατών.
Η σύμπτωση θέσεων σε ορισμένα διεθνή ζητήματα ενισχύει το αφήγημα περιφερειακής συνεννόησης.
Η πιο ρεαλιστική αποτίμηση της συνάντησης είναι μία: Οι δύο πλευρές δεν έλυσαν τίποτα. Αλλά δεν όξυναν τίποτα.
Σε μια περιοχή όπου οι κρίσεις παράγονται συχνά από δηλώσεις, υπερπτήσεις και πολιτικούς συμβολισμούς, η διατήρηση χαμηλών τόνων δεν είναι αμελητέα εξέλιξη.
Το ερώτημα όμως παραμένει:
Μπορεί η «θετική ατζέντα» να αντέξει όταν προκύψει το επόμενο σοβαρό επεισόδιο; Ή θα αποδειχθεί μια προσωρινή ανάπαυλα σε μια μακρά ιστορία στρατηγικής καχυποψίας;
Προς το παρόν, Αθήνα και Άγκυρα δείχνουν να επιλέγουν τη σταθερότητα αντί της σύγκρουσης. Το αν αυτό αποτελεί στρατηγική μετατόπιση ή τακτική αναμονή, θα φανεί στους επόμενους μήνες.
Πηγή: pagenews.gr