Business Stories

Από τα κοχύλια στο πετρέλαιο: Πώς ο Marcus Samuel έχτισε τη Shell και άλλαξε την αγορά

Από τα κοχύλια στο πετρέλαιο: Πώς ο Marcus Samuel έχτισε τη Shell και άλλαξε την αγορά
Η ιδιοφυΐα των tankers, ο πόλεμος με τη Standard Oil και η «σφραγίδα» που άντεξε έναν αιώνα

Η Shell δεν γεννήθηκε σε πετρελαιοπηγές, ούτε σε κάποια πετρελαϊκή «αυτοκρατορία» έτοιμη να επεκταθεί. Ξεκίνησε από ένα κατάστημα στο Houndsditch του Λονδίνου και από ένα εμπόριο που ακουγόταν σχεδόν… αθώο: μικρά διακοσμητικά κουτιά με ζωγραφισμένα κοχύλια. Κι όμως, μέσα σε λίγες δεκαετίες, η οικογενειακή επιχείρηση του Marcus Samuel θα έμπαινε στο πιο σκληρό παιχνίδι της εποχής, θα συγκρουόταν με κολοσσούς, θα ακροβατούσε στα όρια της κατάρρευσης και τελικά θα καθιερωνόταν ως ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ενεργειακούς ομίλους στον πλανήτη.

Η ιστορία της Shell είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που κατάλαβε νωρίς ότι το πετρέλαιο δεν ήταν απλώς ένα προϊόν. Ήταν υποδομή, ήταν εφοδιαστική αλυσίδα, ήταν ναυτιλία, ήταν γεωπολιτική. Και πάνω απ’ όλα, ήταν η δύναμη να τροφοδοτείς τη μηχανή του 20ού αιώνα.

Ταξίδια στην Άπω Ανατολή και η πρώτη μεγάλη «μυρωδιά» ευκαιρίας

Ο Marcus Samuel (ο νεότερος) μεγάλωσε μέσα σε εμπορικό περιβάλλον, αλλά η ειδοποιός διαφορά ήταν ότι έβλεπε τον κόσμο πιο πλατιά από τα ράφια του καταστήματος. Τα ταξίδια του στην Άπω Ανατολή τον έφεραν σε επαφή με αγορές που μετασχηματίζονταν, με κοινωνίες που εκβιομηχανίζονταν και με ανάγκες που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τα παραδοσιακά εμπορεύματα. Εκεί διέκρινε κάτι κρίσιμο: η Ιαπωνία και η ευρύτερη Ασία θα χρειάζονταν ολοένα και περισσότερο ενέργεια.

Όμως το πετρέλαιο, στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν έφτανε να βρεις πηγές. Έπρεπε να το μεταφέρεις μακριά, μαζικά και με ασφάλεια. Κι εκεί μπήκε ο καθοριστικός παράγοντας: η συνεργασία με την οικογένεια Rothschild και τα πετρελαϊκά συμφέροντά της στον Καύκασο, σε μια περίοδο που η πρόσβαση σε παραγωγή και δίκτυα διανομής ήταν το πραγματικό «χρυσάφι».

Η επανάσταση των tankers και το πέρασμα που άλλαξε το εμπόριο

Το πετρέλαιο τότε ταξίδευε κυρίως σε βαρέλια. Χώρος, διαρροές, απώλειες και κόστος έκαναν την υπόθεση δύσκολη, ειδικά όταν ο στόχος ήταν η Ασία. Η Shell περιγράφει πως η λύση ήρθε όταν οι Samuel παρήγγειλαν/ανέπτυξαν πλοία για μεταφορά πετρελαίου σε χύδην μορφή, με εμβληματικό παράδειγμα το Murex, που το 1892 έγινε το πρώτο πετρελαιοφόρο που πέρασε από τη Διώρυγα του Σουέζ.

Αυτό δεν ήταν απλώς μια ναυτιλιακή «καινοτομία». Ήταν μια αλλαγή κανόνων: η διαδρομή μέσω Σουέζ μείωσε χρόνους και κόστη και έβαλε τις βάσεις για μια νέα πραγματικότητα στην παγκόσμια διανομή πετρελαίου. Από εκεί και μετά, η ναυτιλία δεν ήταν βοηθητικό εργαλείο της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Ήταν η ραχοκοκαλιά της.

Από το «Shell» του πατέρα, στη Shell του κόσμου

Το 1897 η εταιρεία πήρε επίσημα το όνομα Shell Transport and Trading Company, ως φόρος τιμής στο οικογενειακό παρελθόν του «shell merchant». Το brand δεν ήταν τυχαίο. Είχε μνήμη, είχε εικόνα, είχε αφήγημα. Και όταν αργότερα το λογότυπο εξελίχθηκε στο γνωστό σχήμα pecten, η Shell είχε ήδη καταλάβει κάτι που πολλοί ανταγωνιστές θα μάθαιναν αργά: ότι στο πετρέλαιο, η εμπιστοσύνη και η αναγνωρισιμότητα χτίζουν ισχύ σχεδόν όσο και τα ίδια τα κοιτάσματα.

Την ίδια στιγμή, η αγορά αγρίευε. Απέναντί τους βρισκόταν η Standard Oil, ο γίγαντας που στις αρχές του 1900 είχε φτάσει να ελέγχει τεράστιο κομμάτι της αμερικανικής διύλισης και να επιβάλλει όρους διεθνώς. Η Shell έπρεπε είτε να βρει τρόπο να μεγαλώσει γρήγορα, είτε να συνθλιβεί.

Ο δεκαετής πόλεμος και η συγχώνευση που έσωσε τους πάντες

Η μεγαλύτερη απειλή δεν ήρθε μόνο από την Αμερική. Ήρθε και από την Ολλανδία. Η Royal Dutch Petroleum Company εξελίχθηκε σε σκληρό αντίπαλο στην Ασία, σε μια σύγκρουση που κράτησε χρόνια και κόστισε πολύτιμους πόρους. Τελικά, η λογική της επιβίωσης νίκησε τον εγωισμό του ανταγωνισμού: το 1907 οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ενωθούν σε έναν όμιλο με δομή 60/40 υπέρ της Royal Dutch, διατηρώντας ξεχωριστές νομικές οντότητες αλλά κοινή στρατηγική.

Η σημασία αυτής της συμφωνίας δεν ήταν μόνο ότι δημιούργησε έναν «μεγάλο παίκτη». Ήταν ότι μοίρασε ρόλους με τρόπο σχεδόν βιομηχανικά τέλειο: παραγωγή και εξόρυξη από τη μία, μεταφορά και logistics από την άλλη. Και κάπως έτσι, ο όμιλος που στην καθημερινή γλώσσα του κόσμου λεγόταν απλώς Shell, απέκτησε κλίμακα, αντοχή και παγκόσμια εμβέλεια.

Πόλεμοι, καύσιμα και η στιγμή που η ιστορία έδωσε ώθηση

Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι ήταν επιταχυντές για όποιον μπορούσε να τροφοδοτήσει στρατούς, πλοία, αεροπλάνα και βιομηχανίες. Η Shell βρέθηκε βαθιά εμπλεκόμενη στην πολεμική εφοδιαστική, σε μια εποχή που το πετρέλαιο είχε γίνει στρατηγικό υλικό. Παράλληλα, η εταιρεία έδεσε το όνομά της με την τεχνολογική πρόοδο και την ταχύτητα: από αγώνες αυτοκινήτων μέχρι αεροπορικά επιτεύγματα, οι χορηγίες και η παρουσία καυσίμων της Shell λειτουργούσαν σαν ζωντανή διαφήμιση αξιοπιστίας.

Κι αν ο Marcus Samuel τιμήθηκε αργότερα ως Viscount, η μεγαλύτερη «τιμή» για την εταιρεία ήταν ότι η Shell έμαθε να λειτουργεί ως κράτος μέσα στην αγορά: με στόλους, εγκαταστάσεις, αποθήκες, διυλιστήρια, συμφωνίες και γεωγραφική διασπορά που της επέτρεπαν να απορροφά σοκ.

Η σκοτεινή σκιά της κλιματικής γνώσης και η δημόσια εικόνα

Καθώς ο 20ός αιώνας προχωρούσε, ένα νέο πεδίο σύγκρουσης γεννήθηκε: το περιβάλλον. Δημοσιεύματα ανέδειξαν ότι μέσα στη δεκαετία του 1980 υπήρχαν εσωτερικές αξιολογήσεις που προειδοποιούσαν για σοβαρές συνέπειες από την αύξηση του CO₂ και για σενάρια ανόδου της στάθμης της θάλασσας, ακόμη και πολλών μέτρων σε ακραίες περιπτώσεις, σε περίπτωση αποσταθεροποίησης τμημάτων της Ανταρκτικής.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι γνώριζε μια εταιρεία, αλλά πώς τοποθετήθηκε δημόσια, πώς έκανε lobbying, πώς «έχτισε» αφήγημα. Στον 21ο αιώνα, η Shell δηλώνει ότι στηρίζει τον ενεργειακό μετασχηματισμό, όμως η κριτική για greenwashing παραμένει ένας από τους πιο επίμονους πονοκεφάλους της, ειδικά όταν οι επενδυτικές επιλογές και οι προτεραιότητες συνεχίζουν να δίνουν βάρος στο πετρέλαιο και στο αέριο.

Η Shell σήμερα: κέρδη, στρατηγική και ένας CEO που «σφίγγει» το τιμόνι

Στη σύγχρονη φάση της, η Shell κινείται με έντονα «επενδυτική» λογική: ισχυρές επιστροφές στους μετόχους, μεγάλα προγράμματα επαναγορών και συνεχείς προσπάθειες μείωσης κόστους. Σύμφωνα με τους Financial Times, η Shell ανακοίνωσε adjusted earnings 18,5 δισ. δολάρια για το 2025, χαμηλότερα από τα 23,7 δισ. του 2024, ενώ συνέχισε τις επιθετικές επαναγορές μετοχών και αύξησε το μέρισμα.

Στο τιμόνι βρίσκεται ο Wael Sawan, CEO από τις αρχές του 2023, όπως επιβεβαιώνεται και από το επίσημο προφίλ ηγεσίας της εταιρείας, σε μια περίοδο που η Shell δείχνει να δίνει προτεραιότητα στη χρηματοοικονομική πειθαρχία και στη διατήρηση ισχυρής παραγωγικής βάσης.

Και υπάρχει και το «φάντασμα» του 2022: η χρονιά-ρεκόρ όπου η Shell ανακοίνωσε κέρδη/ετήσια κέρδη περίπου 40 δισ. δολάρια, μέσα στο κύμα τιμών που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Εκείνη η περίοδος σφράγισε το δίλημμα που συνοδεύει πλέον κάθε μεγάλο ενεργειακό όμιλο: πώς ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνική πίεση, την κλιματική πραγματικότητα και την κερδοφορία που εξακολουθεί να γεννά το πετρέλαιο.

Γιατί η Shell άντεξε έναν αιώνα

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που εξηγεί την αντοχή της Shell από τον Marcus Samuel μέχρι σήμερα, είναι ότι η εταιρεία δεν μεγάλωσε μόνο από πετρέλαιο. Μεγάλωσε από σύστημα. Από τον τρόπο που έλυσε το πρόβλημα της μεταφοράς με τα tankers και το πέρασμα του Σουέζ, από τη συγχώνευση του 1907 που της έδωσε κλίμακα, από την ικανότητα να μετατρέψει την τεχνολογική πρόοδο και τους πολέμους σε στρατηγικό πλεονέκτημα, και από μια επιθετική, παγκόσμια ταυτότητα που έκανε το όνομα Shell τόσο γνώριμο όσο και το ίδιο το προϊόν.

Κάπως έτσι, ένα κοχύλι από βιτρίνα του Λονδίνου έγινε το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο μιας βιομηχανίας που κινεί ακόμη τον κόσμο — ακόμα κι αν ο κόσμος, πλέον, απαιτεί να αλλάξει κατεύθυνση.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο