Η δίκη που μπορεί να αλλάξει το παιχνίδι για τα social media
Μια υπόθεση που μέχρι πρότινος θα έμοιαζε με ακόμη μία δικαστική διαμάχη γύρω από την τεχνολογία, σήμερα αντιμετωπίζεται ως δοκιμή αντοχής για ολόκληρη τη βιομηχανία των κοινωνικών δικτύων. Στο Λος Άντζελες, ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα μια δίκη-ορόσημο με κατηγορούμενους τη Meta και το YouTube, με τον πυρήνα της υπόθεσης να αφορά το αν και σε ποιο βαθμό οι εταιρείες μπορούν να θεωρηθούν νομικά υπεύθυνες για βλάβες που αποδίδονται σε μηχανισμούς σχεδιασμού των πλατφορμών τους και, ειδικά, για την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας νέων χρηστών.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο, γιατί οι ενάγοντες επιχειρούν να «δέσουν» το επιχείρημα όχι γύρω από μεμονωμένες αναρτήσεις ή περιεχόμενο, αλλά γύρω από τη λογική λειτουργίας του προϊόντος: τι ωθεί τον χρήστη να μείνει, να επιστρέψει, να κολλήσει. Και εκεί, για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, οι απαντήσεις δίνονται μπροστά σε ένορκους, με την προοπτική να δημιουργηθεί προηγούμενο που θα επηρεάσει δεκάδες ή εκατοντάδες ανάλογες υποθέσεις στις ΗΠΑ.
Ο Μόσερι στο εδώλιο: «Προβληματική χρήση» δεν σημαίνει «εθισμός»
Ο Άνταμ Μόσερι, επικεφαλής του Instagram από το 2018, ήταν ο πρώτος υψηλόβαθμος «παίκτης» που κλήθηκε να καταθέσει. Και από την αρχή, επέλεξε μια γραμμή που προσπάθησε να αποσυνδέσει την καθημερινή, λαϊκή χρήση της λέξης «εθισμός» από τη βαρύτητα μιας κλινικής διάγνωσης. Υποστήριξε ότι ακόμη και η χρήση του Instagram για 16 ώρες μέσα σε μία ημέρα μπορεί να είναι σαφώς προβληματική συμπεριφορά, ωστόσο δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με κλινικό εθισμό.
Στην κατάθεσή του τόνισε επανειλημμένα ότι δεν είναι ειδικός στον εθισμό, επιχειρώντας να βάλει όρια στο τι μπορεί να αξιολογήσει ο ίδιος ως άνθρωπος του προϊόντος και όχι της ιατρικής. Παράλληλα, ανέφερε πως η επίδραση της χρήσης διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και ότι δεν υπάρχει ένα «μαγικό» όριο χρόνου που να ισχύει οριζόντια για όλους.
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της υπερασπιστικής του λογικής ήταν η αναλογία που χρησιμοποίησε: όπως κάποιος μπορεί να λέει καθημερινά ότι «εθίστηκε» σε μια σειρά επειδή έκανε binge watching, χωρίς αυτό να αποτελεί ιατρική διάγνωση, έτσι και η υπερβολική χρήση μιας πλατφόρμας δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κλινικό εθισμό.
Ποια είναι η K.G.M. και γιατί η υπόθεση θεωρείται «καμπανάκι»
Ενάγουσα είναι μια νεαρή γυναίκα, η οποία κατονομάζεται στη δικογραφία με τα αρχικά K.G.M.. Η πλευρά της υποστηρίζει ότι η εμπειρία της στην πλατφόρμα επιβάρυνε σοβαρά την ψυχική της υγεία και ότι ο σχεδιασμός του προϊόντος λειτουργεί με τρόπους που εντείνουν την εξάρτηση από τη χρήση. Η υπεράσπιση της Meta αντιτείνει ότι τα προβλήματα συνδέονται με άλλους παράγοντες στη ζωή της και ότι οι δυσκολίες προϋπήρχαν.
Η δίκη έχει προγραμματιστεί να διαρκέσει περίπου έξι έως οκτώ εβδομάδες, ενώ αναμένεται να καταθέσουν και άλλα κορυφαία στελέχη της τεχνολογίας.
Στην ίδια υπόθεση είχε εμπλακεί και το οικοσύστημα άλλων πλατφορμών. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, Snapchat και TikTok κατέληξαν σε συμβιβασμούς πριν φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο, αφήνοντας στο «κάδρο» τη Meta και το YouTube ως τους βασικούς μονομάχους ενώπιον των ενόρκων.
Bullying, αναφορές και το ερώτημα της ευθύνης
Η κατάθεση του Μόσερι δεν έμεινε μόνο στο φιλοσοφικό δίπολο «εθισμός ή όχι». Στο δικαστήριο παρουσιάστηκε και εσωτερική έρευνα της Meta σε 269.000 χρήστες του Instagram, όπου –σύμφωνα με όσα επικαλέστηκε η πλευρά της ενάγουσας– το 60% δήλωσε ότι την προηγούμενη εβδομάδα είχε δει ή βιώσει εκφοβισμό στην πλατφόρμα.
Ο δικηγόρος της ενάγουσας, Μαρκ Λέινιερ, έθεσε στον Μόσερι ένα ακόμη πιο αιχμηρό ερώτημα: αν γνώριζε ότι η K.G.M. είχε κάνει πάνω από 300 αναφορές για bullying. Ο επικεφαλής του Instagram απάντησε ότι δεν είχε ενημερωθεί.
Εδώ αποτυπώνεται και η ουσία της σύγκρουσης: οι ενάγοντες θέλουν να δείξουν ότι τα εργαλεία ασφάλειας δεν επαρκούν ή δεν ενεργοποιούνται αποτελεσματικά όταν χρειάζεται. Η Meta, από την άλλη, προσπαθεί να εμφανίσει την εικόνα μιας πλατφόρμας που εξελίσσει συνεχώς μηχανισμούς προστασίας, επιμένοντας ότι η χρήση και η επίδραση εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες πέρα από το ίδιο το προϊόν.
Τα φίλτρα εμφάνισης και η «γκρίζα ζώνη» της αυτοεικόνας
Στην αίθουσα του δικαστηρίου τέθηκε και ένα θέμα που, αν και μοιάζει «τεχνικό», αγγίζει βαθιά την καθημερινότητα εκατομμυρίων εφήβων: τα φίλτρα που αλλάζουν την εμφάνιση στις φωτογραφίες. Παρουσιάστηκε ανταλλαγή email από το 2019 μεταξύ στελεχών της Meta, όπου συζητούνταν οι πιθανές αρνητικές συνέπειες από λειτουργίες που επιτρέπουν σημαντικές αλλοιώσεις στα χαρακτηριστικά του προσώπου.
Μεταξύ όσων εξέφρασαν επιφυλάξεις, αναφέρθηκε και ο Νικ Κλεγκ, ο οποίος –σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν– προειδοποιούσε ότι η εταιρεία μπορεί να κατηγορηθεί πως βάζει την ανάπτυξη πάνω από την ευθύνη, με κόστος στην εικόνα της.
Ο Μόσερι υποστήριξε ότι η εταιρεία είχε αποφασίσει να περιορίσει φίλτρα που ξεπερνούν τα «makeup effects», αν και στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι η σχετική πολιτική «τροποποιήθηκε». Στην πραγματικότητα, αυτή η συζήτηση λειτουργεί σαν καθρέφτης: πόσο η πλατφόρμα διευκολύνει την έκφραση και πόσο ενισχύει μια κουλτούρα σύγκρισης;
«Σχεδιάζουμε μηχανές εθισμού;» Η βασική κατηγορία των εναγόντων
Η πλευρά των εναγόντων υποστηρίζει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως το ατελείωτο scroll και άλλοι μηχανισμοί εμπλοκής, δημιουργούν μια εμπειρία που «χτίζεται» ώστε να μεγιστοποιεί τον χρόνο παραμονής. Στη δημόσια αφήγηση της δίκης, το δίλημμα είναι αν αυτό το design είναι απλώς προϊόν ανταγωνισμού σε μια αγορά προσοχής ή αν συνιστά πρακτική που πρέπει να αντιμετωπιστεί νομικά ως επιβλαβής, ειδικά για ανήλικους.
Από την άλλη πλευρά, ο Μόσερι και η υπεράσπιση επιμένουν στη διάκριση: άλλο η προβληματική χρήση, άλλο ο κλινικός εθισμός. Με αυτή τη διατύπωση, επιχειρούν να περιορίσουν τον ισχυρισμό ότι η πλατφόρμα «προκαλεί» μια συγκεκριμένη ιατρική κατάσταση, μεταφέροντας τη συζήτηση στο πεδίο της συμπεριφοράς και των ατομικών παραγόντων.
Γιατί αυτή η δίκη έχει σημασία και για τους εφήβους σήμερα
Το μεγάλο βάρος της υπόθεσης είναι ότι αφορά έναν κόσμο όπου οι έφηβοι δεν «επισκέπτονται» απλώς τα social media, αλλά ζουν ένα κομμάτι της κοινωνικότητάς τους μέσα σε αυτά. Όταν τίθεται στο δικαστήριο η ερώτηση αν η χρήση 16 ωρών είναι «εθισμός», στην ουσία η κοινωνία συζητά κάτι βαθύτερο: αν οι πλατφόρμες έχουν χρέος όχι μόνο να παρέχουν εργαλεία, αλλά να σχεδιάζουν από την αρχή με τρόπο που να μειώνει τους κινδύνους για τους πιο ευάλωτους χρήστες.
Ο Μόσερι συμφώνησε ότι το Instagram πρέπει να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο εργαλείο για την ασφάλεια των χρηστών, με έμφαση στους ανήλικους. Εκεί όμως σταματά η σύγκλιση. Για τους ενάγοντες, η ευθύνη είναι ενσωματωμένη στον ίδιο τον σχεδιασμό. Για την εταιρεία, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, με διαφορετικά βιώματα και διαφορετικές αντοχές από άτομο σε άτομο.
Το επόμενο βήμα: τι θα κριθεί στην αίθουσα και τι θα μείνει εκτός
Η δίκη αναμένεται να συνεχιστεί με περισσότερες καταθέσεις και με παρουσίαση εσωτερικών εγγράφων, που –κατά τους ενάγοντες– φωτίζουν την ισορροπία ανάμεσα σε ανάπτυξη και ασφάλεια.
Και όσο η υπόθεση προχωρά, τόσο το ερώτημα γίνεται πιο καθαρό: αν μια πλατφόρμα δεν «διατάζει» έναν χρήστη να μείνει 16 ώρες, αλλά δημιουργεί τις συνθήκες ώστε αυτό να συμβαίνει συστηματικά, πού τελειώνει η ατομική ευθύνη και πού αρχίζει η ευθύνη του προϊόντος; Εκεί ακριβώς βρίσκεται η νομική και κοινωνική βαρύτητα της δίκης.
Πηγή: Pagenews.gr
