«Ήμασταν στόχος»: η δημόσια τοποθέτηση Ντουμάς που άναψε φωτιές
Σε μια σπάνια, ευθεία και φορτισμένη παρέμβαση, ο διευθύνων σύμβουλος της Hermès, Αξέλ Ντουμάς, περιέγραψε τον Τζέφρι Επστάιν ως «οικονομικό θηρευτή», αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο οίκος –και ο ίδιος προσωπικά– βρέθηκαν στο «ραντάρ» του σε μια από τις πιο ευαίσθητες φάσεις της σύγχρονης ιστορίας της εταιρείας: την περίοδο της έντασης με την LVMH. «Νομίζω ότι ήμασταν στόχος. Ήμουν νέος CEO και ήμασταν στη μέση της υπόθεσης LVMH. Ήταν οικονομικός θηρευτής», φέρεται να δήλωσε, επιμένοντας ότι ο Επστάιν είχε ήδη «απεχθή» φήμη.
Η επιλογή των λέξεων δεν είναι τυχαία. Ο Ντουμάς δεν επιχειρεί απλώς να αποστασιοποιηθεί εκ των υστέρων, αλλά να περιγράψει ένα μοτίβο προσέγγισης που, όπως υποστηρίζει, τον έκανε να νιώθει ότι κάποιος επιχειρούσε να εισχωρήσει σε ένα περιβάλλον εταιρικής πίεσης και να αξιοποιήσει τη συγκυρία. Και το κάνει τη στιγμή που μια νέα «δέσμη» εγγράφων στις ΗΠΑ επαναφέρει στο προσκήνιο το δίκτυο επαφών του Επστάιν με ισχυρά πρόσωπα, επιχειρήσεις και οργανισμούς.
Τα emails που αποκαλύπτουν την επιμονή
Σύμφωνα με τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν, ο Επστάιν έστειλε πολλαπλά emails προς τη βοηθό του Ντουμάς κατά την περίοδο 2013–2014, ζητώντας συνάντηση, ενώ παράλληλα φέρεται να προσέγγισε τον οίκο και με ένα αίτημα που «χτυπά» κατευθείαν στην καρδιά του luxury brand: να αναλάβει η Hermès σχεδιασμό για το εσωτερικό του ιδιωτικού του αεροσκάφους. Η απάντηση της Hermès ήταν αρνητική.
Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο. Η Hermès είναι ένα brand που χτίζει αξία πάνω στην επιλεκτικότητα, στη σιωπή, στον έλεγχο πρόσβασης. Όταν μια τέτοια εταιρεία απορρίπτει επανειλημμένα αιτήματα επαφής, αυτό από μόνο του μεταφράζεται ως σήμα ότι η προσέγγιση θεωρήθηκε ανεπιθύμητη – είτε για λόγους φήμης, είτε για λόγους εμπιστοσύνης, είτε γιατί κρίθηκε ότι «κάτι δεν πάει καλά» πίσω από τη βιτρίνα.
Η μοναδική συνάντηση και το «ανεπιθύμητο» πέρασμα από εκδήλωση της Hermès
Ο Ντουμάς δήλωσε ότι συνάντησε τον Επστάιν μόνο μία φορά, τον Μάρτιο του 2013, σε εκδήλωση σε ατελιέ της Hermès. Σύμφωνα με την περιγραφή, ο Επστάιν δεν ήταν στη λίστα προσκεκλημένων, αλλά βρέθηκε σε ομάδα όπου συμμετείχαν –όπως ειπώθηκε– ο σκηνοθέτης Γούντι Άλεν και η σύζυγός του. Μετά από εκείνη την εμφάνιση, ο Ντουμάς υποστηρίζει ότι ο Επστάιν επιχείρησε να οργανώσει συναντήσεις μαζί του τρεις φορές και ότι ο ίδιος αρνήθηκε κάθε φορά.
Στην ουσία, ο CEO της Hermès χτίζει δημόσια ένα αφήγημα μηδενικής ανοχής: ένας σύντομος, σχεδόν «τυχαίος» συγχρωτισμός, και στη συνέχεια σταθερή άρνηση οποιασδήποτε περαιτέρω σχέσης. Είναι μια γραμμή άμυνας που –σε επίπεδο εταιρικής διαχείρισης κρίσης– λειτουργεί ως σαφής οριοθέτηση: δεν υπήρξε συνεργασία, δεν υπήρξε πρόσβαση, δεν υπήρξε σχέση.
Γιατί η «υπόθεση LVMH» μετράει στην εξίσωση
Η αναφορά του Ντουμάς στην «υπόθεση LVMH» δεν είναι διακοσμητική. Εκείνη η περίοδος συνδέθηκε με μια μεγάλη εταιρική αναστάτωση, όταν ο όμιλος του Μπερνάρ Αρνό είχε αποκτήσει σημαντικό ποσοστό στη Hermès, προκαλώντας ανησυχία για πιθανή εξαγορά ή επιθετική διείσδυση. Ο Ντουμάς λέει ουσιαστικά ότι τότε, ως νέος CEO, βρισκόταν σε ένα πεδίο όπου οι πιέσεις, οι ισορροπίες και οι «σύμμαχοι» μετρούσαν διαφορετικά – και πως σε αυτό το περιβάλλον θεώρησε ότι ο Επστάιν προσέγγισε την εταιρεία με «αρπακτική» λογική.
Αν αυτή η εκτίμηση είναι ακριβής, εξηγεί και γιατί μιλά για «στόχευση». Όταν μια εταιρεία δίνει μάχη για τον έλεγχο και την ανεξαρτησία της, η πρόσβαση σε πρόσωπα-κλειδιά, η επιρροή, η «διαμεσολάβηση» και οι γνωριμίες μπορούν να αποκτήσουν υπερβολική αξία. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο Ντουμάς φαίνεται να χαράσσει γραμμή: όχι μόνο δεν άνοιξε πόρτες, αλλά τις έκλεισε επίμονα.
Τα έγγραφα του DOJ και η νέα πολιτική «σκηνή» στις ΗΠΑ
Η υπόθεση έρχεται στη δημοσιότητα καθώς το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει προχωρήσει σε μαζικές δημοσιοποιήσεις υλικού σχετικού με τον Επστάιν, στο πλαίσιο νομοθεσίας διαφάνειας, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα πρόσβασης βουλευτών σε μη επεξεργασμένες εκδοχές αρχείων υπό αυστηρούς όρους.
Αυτό δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για πρόσωπα και οργανισμούς που αναφέρονται στα αρχεία: ακόμη κι όταν δεν προκύπτει κατηγορία ή παρανομία, η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται στο πεδίο της εταιρικής φήμης, των επιλογών επαφών και της ηθικής αξιολόγησης της «γειτνίασης» με έναν άνθρωπο που είχε ήδη καταδικαστεί το 2008 και συνελήφθη εκ νέου το 2019, πριν πεθάνει στη φυλακή (ο θάνατός του είχε χαρακτηριστεί αυτοκτονία).
Το «γαλλικό νήμα» και το ευρύτερο κύμα αποκαλύψεων
Τα αρχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δεν αφορούν μόνο τον χώρο της μόδας. Προ ημερών, δημοσιεύματα ανέφεραν ότι τα ίδια «κύματα» εγγράφων αγγίζουν και πρόσωπα της τραπεζικής ελίτ στην Ευρώπη, με νέες αναφορές σε επαφές με τον Επστάιν, χωρίς να προκύπτει απαραίτητα ποινικό σκέλος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η παρέμβαση Ντουμάς λειτουργεί διπλά. Από τη μια, είναι μια προσωπική κατάθεση για το πώς αντιμετώπισε ο ίδιος τις προσπάθειες προσέγγισης. Από την άλλη, είναι ένα έμμεσο μήνυμα για το πώς ένας κορυφαίος οίκος επιχειρεί να θωρακίσει το brand του: με σαφή απόσταση, με άρνηση πρόσβασης και με δημόσια καταγραφή αυτής της στάσης όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
Η ουσία πίσω από τη φράση «οικονομικό αρπακτικό»
Εκεί που η ιστορία αποκτά βαρύτητα είναι στο ότι ο Ντουμάς δεν περιγράφει τον Επστάιν μόνο με όρους «κακής φήμης». Τον περιγράφει με όρους κινήτρου: ως άνθρωπο που, σε μια κρίσιμη εταιρική συγκυρία, προσπάθησε να δημιουργήσει επαφές και να αποκτήσει δίαυλο σε ένα brand-σύμβολο, σε μια στιγμή που η Hermès βρισκόταν σε αμυντική στάση απέναντι σε μια μεγάλη χρηματοοικονομική πίεση.
Κι αυτό είναι το σημείο που κρατά η αγορά: άλλο η κοσμική «συναναστροφή» που συχνά συνοδεύει τον πλούτο, και άλλο η υποψία ότι κάποιος επιχειρεί να αξιοποιήσει εταιρικές ευαισθησίες για να βρει «άκρη». Ο CEO της Hermès λέει ότι το διέκρινε εγκαίρως, και ότι δεν άφησε τίποτα να προχωρήσει.
