Από τον Ιούλιο του 2019 έως σήμερα η Ελλάδα βιώνει ένα οικονομικό big bang, καθώς μετά από μια μακρά και οδυνηρή δεκαετία οικονομικής κρίσης, με υψηλά ποσοστά ανεργίας και γενικευμένο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, η εθνική μας οικονομία καταγράφει μια σταθερή πορεία ανάκαμψης. Πλέον είναι παράδειγμα προς μίμηση σε όλη την Ευρώπη και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στους ποιοτικούς δείκτες, αλλά αντανακλάται στην καθημερινότητα των πολιτών, στη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος, στις περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης που υπάρχουν και στη δυνατότητα που παρέχεται στους νέους να σχεδιάζουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη αισιοδοξία.
Στην καρδιά αυτής της αλλαγής, στον πυρήνα της αναπτυξιακής στρατηγικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση, βρίσκεται η νέα γενιά. Η απασχόληση των νέων συμπολιτών μας αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες «υγείας» μιας οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2019 η νεανική ανεργία ξεπερνούσε το 39%, με την χώρα μας να καταγράφει την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς αυτή η «πρωτιά» δεν τιμούσε κανέναν. Σήμερα, τα δεδομένα δείχνουν μια ουσιαστική μεταστροφή αφού σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η ανεργία των νέων έχει υποχωρήσει στο 13%, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στην 11η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, αποτυπώνοντας παράλληλα μια σημαντική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Δεν είναι μικρό επίτευγμα η άνοδος 16 θέσεων στην ευρωπαϊκή κατάταξη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται στο 14,7%. Προφανώς αυτή η βελτίωση δεν αφορά μόνο τη στατιστική απεικόνιση, αλλά και τη δημιουργία πραγματικών προοπτικών για μια γενιά που αναζητά σταθερότητα, όραμα και ευκαιρίες εξέλιξης.
Η αλλαγή πορείας συνδέεται άμεσα με ένα σύνολο στοχευμένων πολιτικών που υλοποιεί η κυβέρνηση και οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η ανάπτυξη του οικοσυστήματος των νεοφυών επιχειρήσεων, η ενίσχυση της ψηφιακής κατάρτισης και τα προγράμματα που στηρίζουν την πρώτη επαγγελματική εμπειρία συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός πιο δυναμικού και ευνοϊκού περιβάλλοντος που διευκολύνει την είσοδο των νέων στην παραγωγική διαδικασία. Και αυτό αποτυπώνεται στην πράξη.
Παράλληλα, το ευνοϊκό περιβάλλον συμπληρώνει η μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που αφαιρεί βάρη από τους ώμους της νέας γενιάς. Για παράδειγμα, από την πρωτοχρονιά του 2026, για τους εργαζόμενους έως 25 ετών, με εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, ο φόρος μηδενίζεται πλήρως. Έτσι, ένας νέος εργαζόμενος 24 ετών με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, ο οποίος το 2025 πλήρωνε φόρο 2.483 ευρώ, από φέτος δεν καταβάλλει ούτε ένα ευρώ στην εφορία. Το ετήσιο όφελος ανέρχεται σε 2.483 ευρώ, δηλαδή περίπου 207 ευρώ καθαρό κέρδος κάθε μήνα, ποσό που θα αποτυπώνεται απευθείας στον μισθό του μέσω μειωμένης παρακράτησης. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η ελάφρυνση για τους νέους ηλικίας 26 έως 30 ετών. Για αυτή την ηλικιακή ομάδα, ο φορολογικός συντελεστής για τα πρώτα 20.000 ευρώ εισοδήματος μειώνεται δραστικά, από 22% σε μόλις 9%. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος 28 ετών με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ θα δει τον φόρο του να μειώνεται από 2.483 ευρώ το 2025 σε 1.183 ευρώ το 2026. Το ετήσιο όφελος ανέρχεται σε 1.300 ευρώ ή περίπου 108 ευρώ τον μήνα, με τη συνολική μείωση φόρου να ξεπερνά το 52%.
Με τη μείωση των φορολογικών βαρών ενισχύεται η οικονομική αυτονομία τους και δημιουργούνται ιδανικές συνθήκες στο ξεκίνημα του επαγγελματικού βίου τους. Προς αυτήν την κατεύθυνση μόνο τυχαίο δεν είναι ότι η ανεργία έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2025 στο 7,5%, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά των τελευταίων δεκαετιών. Την ίδια στιγμή ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 1.500 ευρώ, φτάνοντας τα 1.516 ευρώ τον μήνα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυναμική που αναπτύσσει η ελληνική οικονομία.
Ωστόσο, πέρα από τους ψυχρούς αριθμούς, η ουσία βρίσκεται στη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που προσφέρει πραγματικές προοπτικές. Η προσέλκυση επενδύσεων, η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και η σταθερότητα στο φορολογικό περιβάλλον δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε οι νέοι να ταυτίσουν το μέλλον τους με την Ελλάδα. Δεν πρόκειται για μια κοινωνική ή οικονομική επιλογή, αλλά για μια αναπτυξιακή αναγκαιότητα.
Και ο λόγος είναι προφανής. Μια οικονομία που επενδύει στους νέους της, επενδύει ταυτόχρονα στη βιωσιμότητα, στην καινοτομία και στην ανθεκτικότητα του ίδιου του παραγωγικού της μοντέλου. Στο νέο αυτό περιβάλλον, η Ελλάδα παύει σταδιακά να είναι χώρα «διαρροής εγκεφάλων» και μετατρέπεται σε τόπο επιστροφής, δημιουργίας και προοπτικής. Σε τελική ανάλυση η οικονομική πρόοδος μιας χώρας δεν μετριέται μόνο με ποσοστά ανάπτυξης, αλλά με το αν η νέα γενιά της μπορεί να ονειρεύεται, να σχεδιάζει και να πετυχαίνει χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα της. Γιατί τελικά, η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση δεν είναι ένας νόμος ή η βελτίωση ενός δείκτη, αλλά η αλλαγή νοοτροπίας. Πως, δηλαδή, θα περάσουμε από τη διαχείριση της κρίσης στη δημιουργία ευκαιριών. Και όταν μια χώρα δίνει χώρο στη νέα γενιά της να δημιουργήσει, τότε δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, μα τις καθορίζει.
Πηγή: pagenews.gr
