Άρειος Πάγος–νόμος Κατσέλη: Η απόφαση που αλλάζει τόκους, «Ηρακλή» και πληρωμές
Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI/Άρειος Πάγος–νόμος Κατσέλη: Η απόφαση που αλλάζει τόκους, «Ηρακλή» και πληρωμές
Μια δικαστική κρίση μπορεί να μοιάζει τεχνική, αλλά να λειτουργεί σαν ντόμινο σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα. Αυτό ακριβώς φοβούνται κυβέρνηση, Τράπεζα της Ελλάδος και τραπεζική αγορά μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου για τις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη»), σύμφωνα με την οποία ο τόκος υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Η καθαρογραφή της απόφασης αναμένεται, όμως ήδη προετοιμάζεται «γραμμή άμυνας», καθώς το ενδεχόμενο ευρύτερων επιπτώσεων αντιμετωπίζεται ως πραγματικός κίνδυνος.
Η ουσία είναι ότι η απόφαση αγγίζει χιλιάδες ενεργές δικαστικές ρυθμίσεις, εισάγει διαφορετική χρηματοοικονομική παράμετρο στον τρόπο που «τρέχουν» οι αποπληρωμές και, ανάλογα με το εύρος εφαρμογής, μπορεί να μεταβάλει τις προσδοκίες ανακτήσεων σε χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων, με προεκτάσεις έως και στο κρατικό ρίσκο μέσω των εγγυήσεων του προγράμματος “Ηρακλής”.
Τι ακριβώς αλλάζει στον υπολογισμό των τόκων
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται το σημείο από το οποίο «μετρά» ο τόκος στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη. Η απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως έχει παρουσιαστεί σε δημοσιεύματα, υιοθετεί την ερμηνεία ότι ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται πάνω στη μηνιαία δόση που ορίζει το δικαστήριο και όχι πάνω στο σύνολο του κεφαλαίου που απομένει ανεξόφλητο. Αυτό, πρακτικά, οδηγεί σε διαφορετική συνολική επιβάρυνση στο χρόνο και μπορεί να μειώνει το ποσό που τελικά «επιστρέφει» στο χαρτοφυλάκιο που έχει το δάνειο (τράπεζα ή servicer μέσω τιτλοποίησης).
Είναι ένα σημείο που αποκτά εκρηκτική σημασία επειδή πολλές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη έχουν μακρύ ορίζοντα αποπληρωμής. Όσο μεγαλύτερη η διάρκεια, τόσο πιο καθοριστικό γίνεται το πώς «δουλεύει» ο τόκος, όχι μόνο για το τι πληρώνει ο δανειολήπτης, αλλά και για το τι ανακτά ο κάτοχος της απαίτησης.
Το μεγάλο ερώτημα: αναδρομικά ή από εδώ και πέρα;
Η αγορά περιμένει την καθαρογραφή για να δει με ακρίβεια την περίμετρο: αν η ερμηνεία θα ισχύσει αναδρομικά ή μόνο για το μέλλον, ποιες κατηγορίες δανείων αφορά και αν επηρεάζει εκτελούμενες ή μόνο εκκρεμείς δικαστικές ρυθμίσεις. Από αυτά τα «τεχνικά» θα κριθεί το πραγματικό μέγεθος της επίπτωσης, επειδή άλλο πράγμα είναι η προσαρμογή νέων ρυθμίσεων και άλλο η αλλαγή παραμέτρων σε ήδη τιτλοποιημένες ροές που έχουν τιμολογηθεί με συγκεκριμένες παραδοχές.
Εδώ ακουμπά και το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου. Όταν κρίσιμες χρηματοοικονομικές παράμετροι αλλάζουν εκ των υστέρων, ειδικά αν η αλλαγή «γυρίσει πίσω», δημιουργείται η αίσθηση θεσμικής αστάθειας που μπορεί να μεταφραστεί σε αυξημένο κόστος ρίσκου.
«Ηρακλής» και κρατικές εγγυήσεις: το σενάριο του χρηματοδοτικού κενού
Οι μεγαλύτερες ανησυχίες συγκλίνουν στο πρόγραμμα «Ηρακλής», το οποίο στηρίχθηκε σε τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων με κρατικές εγγυήσεις. Αν οι ανακτήσεις μειωθούν επειδή αλλάζει ο τρόπος εκτοκισμού στις ρυθμίσεις Κατσέλη, τότε μπορεί να προκύψει χρηματοδοτικό κενό στις τιτλοποιήσεις, με ορισμένες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για κενό που μπορεί να φτάσει έως και το 1 δισ. ευρώ, ανάλογα με την περίμετρο εφαρμογής. Το κρίσιμο είναι ότι ένα τέτοιο κενό αυξάνει την πιθανότητα να ενεργοποιηθούν οι κρατικές εγγυήσεις, δηλαδή να περάσει μέρος του ρίσκου στο Δημόσιο.
Σε μια περίοδο που η χώρα θέλει να κρατήσει σταθερά δημοσιονομικά «σήματα» προς τις αγορές, η προοπτική πρόσθετης επιβάρυνσης, έστω και ως ενδεχόμενο, αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Τι σημαίνει για τους ίδιους τους δανειολήπτες
Η δημόσια συζήτηση κινείται εύκολα σε διπολικούς όρους: «δικαίωση δανειοληπτών» από τη μία, «πλήγμα στις τράπεζες» από την άλλη. Όμως οι επιπτώσεις για τους δανειολήπτες δεν είναι μονοσήμαντες. Από τη μία πλευρά, ένας ευνοϊκότερος τρόπος εκτοκισμού μπορεί να λειτουργεί ως ανακούφιση και να κάνει τις πληρωμές πιο διαχειρίσιμες για νοικοκυριά που ζουν χρόνια με το άγχος της ρύθμισης.
Από την άλλη πλευρά, αν οι τιτλοποιήσεις «ζοριστούν» σε επίπεδο ταμειακών ροών, αυξάνεται η αβεβαιότητα γύρω από το πώς θα κινηθούν servicers και επενδυτές, τι σήμα θα δοθεί στην αγορά ρυθμίσεων και πόσο πιο σκληρά θα αναζητηθούν ισοδύναμα μέσω άλλων εργαλείων. Η σταθερότητα των λύσεων για τους δανειολήπτες δεν εξαρτάται μόνο από μια παράμετρο τόκου, αλλά από το αν το συνολικό σύστημα ρυθμίσεων παραμένει βιώσιμο και προβλέψιμο.
Πιέσεις στη νέα στεγαστική πίστη και στο κόστος χρήματος
Στο τραπεζικό επιτελείο, ο φόβος είναι ότι η απόφαση θα λειτουργήσει ως «φρένο» στην όρεξη για νέο ρίσκο, ειδικά στη στεγαστική πίστη. Αν αυξηθεί η αίσθηση ότι το ρυθμιστικό/νομικό περιβάλλον μπορεί να αλλάζει χρηματοοικονομικούς κανόνες εκ των υστέρων, τότε οι τράπεζες ενδέχεται να γίνουν πιο αυστηρές στα κριτήρια χορηγήσεων, να επιμείνουν περισσότερο σε υψηλότερη πιστοληπτική εικόνα και σταθερά εισοδήματα και να ανατιμολογήσουν το ρίσκο.
Αυτό, σε δεύτερο χρόνο, μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση στην αγορά κατοικίας και να προσθέσει πίεση σε μια οικονομία όπου η πρόσβαση στη στέγη είναι ήδη κοινωνικά φορτισμένο θέμα.
Πλειστηριασμοί, ρευστοποιήσεις και το κοινωνικό αποτύπωμα
Ένα ακόμη σημείο έντασης είναι το ενδεχόμενο να αυξηθεί η πίεση για ρευστοποιήσεις. Αν οι ανακτήσεις σε τιτλοποιήσεις υποχωρούν, οι κάτοχοι των χαρτοφυλακίων θα αναζητήσουν τρόπο να καλύψουν το κενό. Σε επίπεδο κοινωνίας, αυτό συχνά μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ένταση γύρω από πλειστηριασμούς, ειδικά αν ο δημόσιος διάλογος συνδέσει την απόφαση με νέα κύματα πίεσης στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Εδώ, η πραγματική πολιτική δυσκολία είναι ότι η κοινωνία ακούει «πλειστηριασμός» και καταλαβαίνει ένταση, ενώ η αγορά ακούει «ανάκτηση» και καταλαβαίνει υποχρέωση προς επενδυτές και δομή τιτλοποίησης. Το χάσμα αυτών των δύο γλωσσών είναι που συχνά γεννά κρίσεις.
Moody’s και διεθνείς επενδυτές: το ρίσκο της νομικής αβεβαιότητας
Η απόφαση έχει ήδη περάσει από το φίλτρο της διεθνούς αξιολόγησης. Η Moody’s έχει επισημάνει ότι η εξέλιξη εισάγει πρόσθετη νομική αβεβαιότητα και μπορεί να δημιουργήσει μεσοπρόθεσμες προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες, επηρεάζοντας το risk premium, τις αποτιμήσεις τιτλοποιήσεων και την πρόσβαση/τιμολόγηση στις αγορές. Το πόσο «βαριά» θα είναι αυτή η επίδραση εξαρτάται, ξανά, από το αν και πώς η απόφαση θα εφαρμοστεί αναδρομικά.
Για τους επενδυτές, η λέξη-κλειδί είναι η προβλεψιμότητα. Και όταν μια δικαστική κρίση εμφανίζεται ως «διεθνής πρωτοτυπία», όπως έχει αναφερθεί, η προβλεψιμότητα δοκιμάζεται.
Η «κουλτούρα πληρωμών» στο επίκεντρο
Από την κρίση και μετά, ο όρος «κουλτούρα πληρωμών» απέκτησε σχεδόν πολιτικό φορτίο. Οι αρμόδιοι φορείς φοβούνται ότι μια απόφαση που μπορεί να εκληφθεί ως ευνοϊκότερη μεταχείριση θα δημιουργήσει προσδοκίες και σε άλλες κατηγορίες οφειλετών, άρα ενδέχεται να επαναφέρει την ιδέα ότι «κάτι θα αλλάξει στο τέλος» και να ενισχύσει φαινόμενα στρατηγικής αθέτησης.
Από την άλλη πλευρά, οργανώσεις καταναλωτών και δανειοληπτών βλέπουν την απόφαση ως διόρθωση μιας πρακτικής που θεωρούν καταχρηστική. Η κοινωνική ανάγνωση δεν είναι ενιαία: άλλοι τη βλέπουν ως δικαιοσύνη, άλλοι ως κίνδυνο ηθικού κινδύνου.
Το ιστορικό του νόμου Κατσέλη και το μέγεθος του πεδίου
Ο νόμος Κατσέλη θεσπίστηκε το 2010 ως «ανάχωμα» στην αρχή της κρίσης, με βασικό στόχο να δώσει δικαστικό δρόμο ρύθμισης και προστασίας, ιδίως για την πρώτη κατοικία, σε υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Στην πορεία ανέδειξε αδυναμίες, όπως μεγάλες καθυστερήσεις εκδίκασης και ζητήματα που τροφοδότησαν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Τα μεγέθη δείχνουν γιατί η απόφαση θεωρείται συστημική. Με βάση στοιχεία που αποδίδονται στην Τράπεζα της Ελλάδος και αναπαράγονται σε πολλά ρεπορτάζ, έως το τέλος του 2024 περίπου 195.000 δανειολήπτες είχαν ενταχθεί στον νόμο, με δάνεια περίπου 6,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 5,4 δισ. ευρώ (περίπου 140.000 δανειολήπτες) συνδέονται με τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».
Αυτό σημαίνει ότι μια μεταβολή στον τρόπο εκτοκισμού δεν αφορά «λίγες χιλιάδες περιπτώσεις»· αφορά κρίσιμες ροές που έχουν ήδη ενσωματωθεί σε χρηματοοικονομικές δομές.
Η επόμενη μέρα: τι θα κρίνει την ένταση των επιπτώσεων
Μέχρι να δημοσιοποιηθεί πλήρως η καθαρογραμμένη απόφαση, η αγορά θα κινείται ανάμεσα σε δύο σενάρια. Το πρώτο είναι μια εφαρμογή περιορισμένη, με σαφή οριοθέτηση, που θα επιτρέψει προσαρμογές χωρίς να τινάξει στον αέρα τις παραδοχές των τιτλοποιήσεων. Το δεύτερο είναι μια ευρεία εφαρμογή, ειδικά αν αποδειχθεί αναδρομική, που θα φέρει επανατιμολόγηση ρίσκου, πιθανές λογιστικές/ταμειακές πιέσεις και πολιτικές αποφάσεις για το πώς θα καλυφθούν τυχόν κενά.
Σε κάθε περίπτωση, το επεισόδιο φωτίζει κάτι βαθύτερο: ότι η ελληνική οικονομία, παρότι έχει περάσει σε φάση κανονικότητας σε πολλά επίπεδα, παραμένει ευαίσθητη σε θεσμικές αποφάσεις που μπορούν να αλλάξουν εκ των υστέρων κρίσιμες ισορροπίες. Και αυτή η ευαισθησία είναι που κάνει την υπόθεση του νόμου Κατσέλη να μην είναι απλώς μια νομική είδηση, αλλά ένα τεστ εμπιστοσύνης για τράπεζες, επενδυτές και κοινωνία.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας