Υδρογονάνθρακες: Επενδύσεις 790 εκατ. φέρνουν Chevron και ExxonMobil – Γεωτρήσεις από το 2027
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Υδρογονάνθρακες: Επενδύσεις 790 εκατ. φέρνουν Chevron και ExxonMobil – Γεωτρήσεις από το 2027
Η είσοδος της Chevron στον ελληνικό χάρτη υδρογονανθράκων και η συνέχιση της παρουσίας της ExxonMobil δίνουν νέο βάθος στο εθνικό πρόγραμμα ερευνών, ανοίγοντας έναν επενδυτικό κύκλο που, σύμφωνα με τεχνικά μοντέλα και υπολογισμούς, μπορεί να φτάσει τα 790 εκατ. ευρώ τις επόμενες δεκαετίες. Η εικόνα που περιγράφηκε κατά την παρουσίαση των τεσσάρων συμβάσεων παραχώρησης για θαλάσσια blocks σε Κρήτη και Πελοπόννησο δεν περιορίστηκε στην πολιτική σημειολογία. Αντίθετα, «πάτησε» σε αριθμούς, χρονοδιαγράμματα, φορολογικές προβλέψεις και εγγυήσεις, με σαφή στόχο να καταστήσει την Ελλάδα ουσιαστικό παίκτη στο upstream της Ανατολικής Μεσογείου.
Στο φόντο των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και της ευρωπαϊκής αγωνίας για ενεργειακή ασφάλεια, το μήνυμα ήταν διπλό: από τη μία, οι έρευνες παρουσιάζονται ως εθνική υπόθεση και από την άλλη, η εμπλοκή αμερικανικών κολοσσών υπογραμμίζει μια βαθύτερη στρατηγική σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ που δεν περιορίζεται στην άμυνα ή στη διπλωματία.
Η Chevron δηλώνει «υπερήφανη» και μιλά για ορόσημο
Η Chevron επέλεξε να στείλει καθαρό σήμα ότι αντιμετωπίζει την ελληνική είσοδό της ως κάτι παραπάνω από ένα ακόμη business development. Ο Gavin Lewis, αντιπρόεδρος της Chevron Global New Ventures, περιέγραψε την προσθήκη των τεσσάρων περιοχών στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας ως κίνηση υψηλής σημασίας και όχι ως δοκιμαστική τοποθέτηση.
«Είμαστε υπερήφανοι για αυτές τις τέσσερις περιοχές που προσθέτουμε στο χαρτοφυλάκιο μας. Η είσοδος μας στους ελληνικούς υδρογονάνθρακες αποτελεί ορόσημο για την εταιρεία μας αλλά και πιθανές μελλοντικές έρευνες στην Ελλάδα», ανέφερε, δίνοντας έμφαση σε μια φράση που στην πραγματικότητα “μεταφράζεται” ως προοπτική μακροχρόνιας παραμονής και περαιτέρω ανάπτυξης.
Πίσω από τη δημόσια ρητορική, αυτό που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα είναι ότι η Chevron επιλέγει να τοποθετηθεί σε μια αγορά όπου το ρίσκο της έρευνας είναι υπαρκτό, τα χρονοδιαγράμματα είναι πολυετή και η κοινωνική και περιβαλλοντική ευαισθησία απαιτεί συστηματική τεκμηρίωση και σταθερότητα κανόνων.
Το εθνικό πρόγραμμα ερευνών σε αριθμούς και σε χρονοδιάγραμμα
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, Άρης Στεφάτος, παρουσίασε το πλαίσιο ως μια οργανωμένη εθνική στρατηγική με επενδυτικό “διάδρομο” και συγκεκριμένους σταθμούς. Το βασικό συμπέρασμα από την τοποθέτησή του είναι ότι η Ελλάδα δεν μιλά πλέον μόνο για “πιθανότητες”, αλλά προσπαθεί να οικοδομήσει ένα συνεκτικό σενάριο από την έρευνα μέχρι, υπό προϋποθέσεις, την παραγωγή.
Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, από το 2027 έως το 2032 αναμένονται σειρά ερευνητικών γεωτρήσεων στα θαλάσσια blocks που έχουν παραχωρηθεί. Πρόκειται για το πιο κρίσιμο στάδιο, καθώς εκεί θα δοκιμαστούν στην πράξη οι γεωλογικές εκτιμήσεις και θα φανεί εάν η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τη θεωρία στην επιβεβαίωση.
Το επόμενο ορόσημο τοποθετείται χρονικά από το 2032 έως το 2035 και έχει έναν σαφή αστερίσκο: αν οι πρώτες ερευνητικές γεωτρήσεις βεβαιώσουν κοιτάσματα αερίου, τότε θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για παραγωγική δραστηριότητα σε υδρογονάνθρακες. Με άλλα λόγια, η χώρα κοιτά ένα πιθανό παράθυρο παραγωγής μέσα στην επόμενη δεκαετία, με την ερευνητική περίοδο να λειτουργεί ως φίλτρο πραγματικότητας.
Οικονομικά οφέλη, φόροι και royalties: το «πακέτο» που παρουσιάστηκε
Στο οικονομικό σκέλος, η υπογραφή των τεσσάρων συμβάσεων παραχώρησης με τη Chevron συνοδεύτηκε από συγκεκριμένη αποτίμηση των προβλεπόμενων εσόδων και μηχανισμών απόδοσης προς το Δημόσιο. Όπως ειπώθηκε, τα οφέλη μεταφράζονται σε 20% εταιρικό φόρο και 5% περιφερειακό φόρο, ενώ τα δικαιώματα παραγωγής αποτιμήθηκαν σε 35 εκατ. ευρώ σε βάθος χρόνου, όπως παρουσιάστηκε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η κλίμακα των royalties, τα οποία συνδέονται με το ύψος της παραγωγής και κυμαίνονται από 4% έως 15%. Αυτό σημαίνει ότι το οικονομικό αποτύπωμα δεν “κλειδώνει” σε ένα σταθερό νούμερο, αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με την πραγματική εξέλιξη της παραγωγής, δημιουργώντας μια δυναμική σχέση ανάμεσα στην επιτυχία του project και στο δημόσιο όφελος.
Παράλληλα, παρουσιάστηκαν τα μπόνους που συνδέονται με τις συμβάσεις: τα μπόνους υπογραφής ανέρχονται σε 3,5 εκατ. ευρώ, το πρώτο μπόνους παραγωγής σε 5,5 εκατ. ευρώ, ενώ αναφέρθηκε και πρόσθετη δέσμη μπόνους 49,2 εκατ. ευρώ. Το μήνυμα εδώ είναι ότι το κράτος δεν προσβλέπει μόνο σε μελλοντικά έσοδα παραγωγής, αλλά και σε άμεσες εισροές και δεσμεύσεις που “κλειδώνουν” τη σοβαρότητα των εταιρειών.
Εγγυήσεις 100 εκατ. και το μήνυμα αξιοπιστίας στο upstream
Σε ένα πεδίο όπου οι ερευνητικές φάσεις μπορούν να κρατήσουν χρόνια και να απαιτήσουν υψηλές δαπάνες χωρίς εξασφαλισμένο αποτέλεσμα, οι τραπεζικές εγγυήσεις λειτουργούν ως κεντρικό εργαλείο αξιοπιστίας. Για την πρώτη τριετή φάση των ερευνητικών προγραμμάτων παρουσιάστηκε ότι έχουν εξασφαλιστεί εγγυήσεις 17,5 εκατ. ευρώ, για τη δεύτερη φάση 24 εκατ. ευρώ, ενώ στο σύνολο ο στόχος εγγυήσεων αποτυπώθηκε στα 100 εκατ. ευρώ.
Η ανάδειξη αυτού του σκέλους δεν είναι τυπική. Στέλνει το μήνυμα ότι το ελληνικό πρόγραμμα προσπαθεί να “δέσει” την έρευνα με χρηματοοικονομικές δικλίδες, ώστε να μην μείνει στα χαρτιά. Σε μια αγορά όπου πολλές χώρες έχουν ζήσει κύκλους εξαγγελιών χωρίς συνέχεια, η προσπάθεια είναι να αποδειχθεί ότι αυτή τη φορά υπάρχουν δεσμεύσεις, χρονοδιάγραμμα και ρήτρες.
Η διάσταση Ελλάδας–ΗΠΑ και το «σήμα» της πρεσβείας
Στο διπλωματικό επίπεδο, η πρέσβης των ΗΠΑ, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, χαρακτήρισε την υπογραφή των συμβάσεων ως ακόμη ένα βήμα στη στρατηγική σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ, περιγράφοντας την Ελλάδα ως παίκτη στον ενεργειακό τομέα και σημειώνοντας ότι οι σχέσεις των δύο χωρών γίνονται πιο βαθιές.
Σε μια εποχή που η ενέργεια δεν είναι απλώς οικονομία αλλά και γεωπολιτική ισχύς, τέτοιες δηλώσεις αποκτούν επιπλέον βάρος. Η παρουσία αμερικανικών εταιρειών, ειδικά σε θαλάσσιες περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος, λειτουργεί συχνά ως πολιτικό σήμα σταθερότητας και ως επιπλέον στοιχείο διεθνούς “θωράκισης” ενός εγχειρήματος που απαιτεί συνέπεια πολλών ετών.
«Εθνική υπόθεση» και ανάγκη σταθερότητας
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, έβαλε το πλαίσιο σε καθαρά πολιτική βάση, τονίζοντας ότι οι έρευνες για ελληνικούς υδρογονάνθρακες αποτελούν εθνική υπόθεση και ότι οι συμφωνίες ενισχύουν περαιτέρω την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και της Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, Ανδρέας Σιάμισιης, στάθηκε στο στοιχείο που θεωρείται συχνά καθοριστικό για τέτοιου τύπου projects: η σταθερότητα. Στον κόσμο των ερευνών υδρογονανθράκων, η τεχνολογία και τα κεφάλαια υπάρχουν, όμως χωρίς προβλέψιμο πλαίσιο, καθαρές διαδικασίες και συνέπεια στον σχεδιασμό, οι επενδύσεις δυσκολεύονται να “κλειδώσουν” σε βάθος χρόνου.
Και τελικά, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Η Ελλάδα μπαίνει σε μια περίοδο όπου το upstream παρουσιάζεται ως οργανωμένο πρόγραμμα πολλών ετών, με στόχο να φτάσει σε ερευνητικές γεωτρήσεις από το 2027 και να δοκιμάσει στην πράξη εάν διαθέτει την γεωλογική απάντηση που θα μετατρέψει τις προβλέψεις σε βεβαιότητες. Αν οι έρευνες επιβεβαιώσουν τα σενάρια, τότε η περίοδος 2032–2035 μπορεί να ανοίξει μια νέα πραγματικότητα για την ελληνική ενεργειακή οικονομία. Αν όχι, θα έχει τουλάχιστον αποδειχθεί ότι η χώρα μπορεί να τρέξει ένα σοβαρό πρόγραμμα έρευνας με διεθνείς παίκτες, δεσμεύσεις και κανόνες.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας