Υπογραφές στο Μαξίμου και νέα σελίδα στο ελληνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων
Με φόντο την αναβάθμιση της ενεργειακής ασφάλειας και την προσπάθεια της χώρας να «διαβάσει» ξανά τον υποθαλάσσιο χάρτη της, οι συμφωνίες που υπεγράφησαν στο Μέγαρο Μαξίμου παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη φέρνουν την κοινοπραξία Chevron – HellenIQ Energy στο επίκεντρο των ερευνών υδρογονανθράκων σε τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα: «Νότια της Πελοποννήσου», «Α2», «Νότια Κρήτη I» και «Νότια Κρήτη II».
Τις συμβάσεις υπέγραψαν, από την πλευρά των εταιρειών, ο αντιπρόεδρος της Global New Ventures της Chevron Gavin Lewis και ο διευθύνων σύμβουλος της HellenIQ Energy Ανδρέας Σιάμισιης, ενώ εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου υπέγραψαν ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ Αριστοφάνης Στεφάτος και ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου.
Στην κοινοπραξία, η Chevron έχει το 70% και τον ρόλο του operator, ενώ η HellenIQ Energy κατέχει το 30%.
Από τις σεισμικές έρευνες στις γεωτρήσεις: πώς «χτίζεται» ο δρόμος προς την παραγωγή
Το σχέδιο που περιγράφουν οι συμβάσεις ακολουθεί τη γνωστή, αλλά απαιτητική, λογική των upstream projects: πρώτα έρχεται η «εικόνα» του υπεδάφους και μετά η επιβεβαίωση στο πεδίο. Η κοινοπραξία ξεκινά με δισδιάστατες (2D) σεισμικές έρευνες και, εφόσον τα δεδομένα δικαιολογούν την κλιμάκωση, περνά σε τρισδιάστατες (3D) σεισμικές και στη συνέχεια σε ερευνητικές γεωτρήσεις.
Σύμφωνα με την εκτίμηση που συνοδεύει τη συμφωνία, ο αριθμός των ερευνητικών γεωτρήσεων μπορεί να φτάσει έως και τις δέκα στα τέσσερα οικόπεδα, εφόσον η σεισμική «χαρτογράφηση» δώσει ενθαρρυντικούς στόχους. Το συνολικό ύψος των επενδύσεων στη φάση της έρευνας υπολογίζεται ότι μπορεί να ανέλθει έως το 1 δισ. ευρώ, ενώ, αν υπάρξουν θετικά αποτελέσματα, η έναρξη παραγωγής τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 2032–2035.
Η λογική είναι απλή αλλά σκληρή: η θάλασσα δεν συγχωρεί βιασύνη. Οι ερευνητικές καμπάνιες βαθέων υδάτων απαιτούν χρόνο, άδειες, τεχνολογία, κεφάλαια και συνεχή αναπροσαρμογή σχεδίων πάνω στα δεδομένα που έρχονται από το υπέδαφος.
Το Ιόνιο «ξαναμπαίνει στο κάδρο»: η πρώτη γεώτρηση μετά από δεκαετίες
Πέρα από τις νέες παραχωρήσεις της Chevron–HellenIQ, στον ορίζοντα ξεχωρίζει μια άλλη ημερομηνία-ορόσημο: έως το τέλος του 2026 ή στις αρχές του 2027 αναμένεται να πραγματοποιηθεί η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στη χώρα μετά από περίπου 40 χρόνια, από την ExxonMobil στο Block 2 στο Ιόνιο Πέλαγος, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν εξασφαλιστεί όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις και άδειες.
Σχεδόν στην ίδια χρονική ζώνη, εκτιμάται ότι θα ξεκινήσουν και οι σεισμικές έρευνες στα οικόπεδα της κοινοπραξίας Chevron–HellenIQ, με ειδικό ερευνητικό πλοίο που θα επιχειρήσει στα ελληνικά νερά. Αυτή η «σύμπτωση» χρονοδιαγραμμάτων δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια: δείχνει ότι το πρόγραμμα υδρογονανθράκων μπαίνει σε φάση όπου οι ανακοινώσεις υποχωρούν και αρχίζει η πραγματική δουλειά στο πεδίο.
Τρεις φάσεις σε επτά χρόνια και «γρήγορο ρολόι» σε σχέση με τον νόμο
Οι συμφωνίες προβλέπουν τρεις φάσεις ερευνών συνολικής διάρκειας επτά ετών, με τη χρονική διάρκεια να είναι μειωμένη κατά ένα έτος σε σχέση με το ανώτατο πλαίσιο που προβλέπει ο νόμος.
Στην πρώτη φάση, διάρκειας τριών ετών, προβλέπονται 2D σεισμικές έρευνες στα τρία από τα τέσσερα οικόπεδα. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο οικόπεδο «Α2», νότια της Πελοποννήσου, όπου έχει συμφωνηθεί να γίνουν 3D έρευνες ήδη από την πρώτη φάση, μια επιλογή που μπορεί να επιταχύνει σημαντικά την ωρίμανση προς ερευνητική γεώτρηση.
Η δεύτερη φάση, διάρκειας δύο ετών, περιλαμβάνει εκτεταμένες 3D σεισμικές όπου απαιτείται, ενώ η τρίτη φάση είναι εκείνη των ερευνητικών γεωτρήσεων, που ενεργοποιείται μόνο αν τα δεδομένα «γράψουν» στόχους με επαρκές γεωλογικό ενδιαφέρον.
Στο οικονομικό σκέλος, οι ελάχιστες εγγυημένες δαπάνες της κοινοπραξίας κινούνται σε επίπεδα που υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για έργο υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλών απαιτήσεων: πάνω από 20 εκατ. ευρώ στην πρώτη φάση, 24 εκατ. ευρώ στη δεύτερη και περίπου 100 εκατ. ευρώ ανά ερευνητική γεώτρηση στην τρίτη φάση.
Τι σημαίνει για το Δημόσιο: το «πακέτο» εσόδων αν βρεθεί εμπορικό κοίτασμα
Η πιο κρίσιμη παράμετρος, βέβαια, δεν είναι η γεώτρηση ως γεγονός, αλλά τι μπορεί να αποδώσει αν βρεθεί κοίτασμα εμπορικά εκμεταλλεύσιμο. Με βάση όσα περιγράφονται, σε περίπτωση εντοπισμού ικανού κοιτάσματος το άμεσο οικονομικό όφελος για το ελληνικό Δημόσιο εκτιμάται σε 38%–41% επί των κερδών της κοινοπραξίας, μέσω ενός συνδυασμού μισθωμάτων (royalties), φόρων και bonus που ενσωματώνονται στις συμβάσεις.
Η λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση είναι ότι ένα upstream project δεν κρίνεται μόνο από το «αν έχει» αλλά και από το πώς μοιράζεται το αποτέλεσμα, πώς φορολογείται, ποια είναι τα έσοδα στην παραγωγή, ποια τα ανταλλάγματα στην πορεία και ποια τα εργαλεία ελέγχου. Σε μια περίοδο όπου οι κοινωνίες ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια στις μεγάλες επενδύσεις ενέργειας, αυτό το σκέλος έχει βαρύτητα όσο και τα γεωλογικά δεδομένα.
Διπλασιασμός της ερευνητικής «επικράτειας» και αύξηση πιθανοτήτων
Με την προσθήκη των νέων περιοχών, η έκταση της ελληνικής επικράτειας όπου έχουν πραγματοποιηθεί ή θα διεξαχθούν έρευνες για υδρογονάνθρακες αυξάνεται θεαματικά, κάτι που, πρακτικά, ανεβάζει και τις πιθανότητες εντοπισμού αξιοποιήσιμων στόχων. Σε διεθνείς αποτυπώσεις της συμφωνίας, σημειώνεται ότι τα τέσσερα θαλάσσια blocks καλύπτουν περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ότι η συμφωνία οδηγεί σε διπλασιασμό της θαλάσσιας έκτασης που είναι διαθέσιμη για έρευνα.
Για τον Πειραιά, τα διυλιστήρια, τη βιομηχανία και συνολικά για την οικονομία, το upstream δεν είναι απλώς ζήτημα «παραγωγής». Είναι μια δυνητική αλυσίδα που αγγίζει υπηρεσίες, λιμενικές υποδομές, εφοδιαστική, εξειδικευμένες τεχνικές εργασίες, ακόμη και την ανάπτυξη τεχνογνωσίας σε έναν κλάδο που απαιτεί υψηλά πρότυπα.
Το πολιτικό και ενεργειακό μήνυμα: «παρθένες περιοχές» και τεχνολογία βαθέων υδάτων
Στις δηλώσεις που έγιναν στο πλαίσιο της υπογραφής, ο Ανδρέας Σιάμισιης μίλησε για ένα σημαντικό βήμα αξιοποίησης του δυναμικού υδρογονανθράκων της Ελλάδας, σε μια περίοδο όπου η ασφάλεια εφοδιασμού γίνεται ολοένα και πιο κρίσιμη. Από την πλευρά της Chevron, ο Gavin Lewis ανέδειξε το ενδιαφέρον αξιολόγησης του δυναμικού σε «παρθένες περιοχές» και τη δυνατότητα του ομίλου να στηρίξει ένα πρόγραμμα «πρώτης εξερεύνησης» με πόρους, εμπειρία και τεχνολογία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο καθαρή ανάγνωση: η Ελλάδα δεν πουλά μια βεβαιότητα. Πουλά μια πιθανότητα και καλεί έναν από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους παίκτες να αναλάβει το ρίσκο της επιβεβαίωσης.
Η επόμενη μέρα: σεισμικά δεδομένα, άδειες και το πραγματικό τεστ του χρόνου
Από εδώ και πέρα, το «στόρι» θα γράφεται λιγότερο με δηλώσεις και περισσότερο με χιλιομετρικές καλωδιώσεις σεισμικών, με αναλύσεις δεδομένων, με αδειοδοτήσεις, με χρονοδιαγράμματα που θα δοκιμάζονται από τον καιρό και από τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων μέσων.
Το κρίσιμο είναι ότι η αγορά βλέπει ένα παράθυρο μέσα στο οποίο, αν όλα προχωρήσουν χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις, οι πρώτες πραγματικές απαντήσεις από το υπέδαφος μπορούν να αρχίσουν να διαμορφώνονται πριν το τέλος της δεκαετίας, έστω και αν η παραγωγή, σε ένα αισιόδοξο σενάριο, μεταφέρεται στη δεκαετία του 2030.
Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα των συμβάσεων είναι σαφές: η χώρα επιχειρεί να επισπεύσει το εθνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων, να διευρύνει τις ερευνητικές περιοχές και να μειώσει το κόστος του χρόνου. Το αν το Ιόνιο και τα νότια της Κρήτης κρύβουν τους πόρους που θα αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού, θα το απαντήσουν τελικά οι γεωτρήσεις.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας