Κόσμος

Ολυμπιακοί Αγώνες και ιθαγένεια: Ποιος «ανήκει» πού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Ολυμπιακοί Αγώνες και ιθαγένεια: Ποιος «ανήκει» πού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης
Από τις fast track πολιτογραφήσεις έως τις ρευστές ταυτότητες, το εθνικό μετάλλιο γίνεται πεδίο σύγκρουσης

Η στιγμή που ένας αθλητής ανεβαίνει στο βάθρο, ακούει τον ύμνο και σηκώνει τη σημαία μοιάζει με την πιο καθαρή εικόνα του τι σημαίνουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες: ένα έθνος, ένας εκπρόσωπος, ένα μετάλλιο. Όμως πίσω από αυτή τη σκηνή, η πραγματικότητα του σύγχρονου αθλητισμού γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κινητικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, η έννοια της «αθλητικής ιθαγένειας» δεν είναι πια αυτονόητη. Αντιθέτως, αμφισβητείται, επαναδιαπραγματεύεται και συχνά προκαλεί έντονες αντιδράσεις.

Η περίπτωση του Λούκας Πινιέιρο Μπράατεν έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ερώτημα που οι Ολυμπιακοί κουβαλούν εδώ και δεκαετίες: τι σημαίνει να «ανήκεις» σε μια χώρα όταν αγωνίζεσαι στο μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός του πλανήτη; Ο αθλητής, με Βραζιλιάνα μητέρα και Νορβηγό πατέρα, είχε εκπροσωπήσει τη Νορβηγία το 2022, πριν επιλέξει να φορέσει τα χρώματα της Βραζιλίας, δίνοντας ένα μήνυμα που συνοψίζει την εποχή μας: ότι η «διαφορά» και οι πολλαπλές ρίζες δεν είναι μειονέκτημα, αλλά υπερδύναμη.

Όταν το μετάλλιο δεν είναι μόνο αθλητισμός, αλλά «εθνικό κεφάλαιο»

Η ένταση γύρω από τις αλλαγές αθλητικής ιθαγένειας δεν προκύπτει τυχαία. Για πολλά κράτη, το ολυμπιακό μετάλλιο δεν είναι απλώς μια αθλητική επιτυχία. Είναι μια μορφή «εθνικού κεφαλαίου», ένα σύμβολο κύρους, μια απόδειξη οργάνωσης, επένδυσης και ισχύος. Ο πίνακας μεταλλίων, που καθιερώθηκε και πήρε ιδιαίτερη σημασία στη διάρκεια του 20ού αιώνα, μετέτρεψε την ολυμπιακή διάκριση σε ένα είδος διεθνούς κατάταξης. Και όταν κάτι αποκτά τόσο ισχυρή συμβολική αξία, τότε κάθε μετακίνηση αθλητή αντιμετωπίζεται σαν απώλεια ή κατάκτηση.

Σήμερα, η ιθαγένεια στους Ολυμπιακούς δεν είναι μόνο θέμα βιογραφίας. Είναι θέμα στρατηγικής. Κράτη που έχουν επενδύσει σε προπονητικά προγράμματα, υποδομές και στήριξη θέλουν να «κρατήσουν» τους αθλητές τους. Άλλα κράτη, με μικρότερη παράδοση ή χαμηλότερες πιθανότητες διάκρισης, επιδιώκουν να «κερδίσουν» αθλητές που μπορούν να ανεβάσουν επίπεδο, να φέρουν μετάλλια και να γράψουν ιστορία.

Οι πέντε παίκτες που τραβούν το σχοινί της ολυμπιακής ιθαγένειας

Ο καθηγητής Γκίσμπερτ Οονκ περιγράφει πέντε βασικούς «παίκτες» που διαμορφώνουν το ποιος αγωνίζεται για ποιον. Πρώτος είναι ο ίδιος ο αθλητής, που παίρνει αποφάσεις ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλού ανταγωνισμού. Δεύτερο είναι το «κράτος αποστολής», η χώρα δηλαδή που τον έχει ήδη στο δυναμικό της και συχνά θέλει να προστατέψει την επένδυσή της. Τρίτο είναι το «κράτος υποδοχής», που μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες, χρηματοδότηση, πρόσβαση σε προπονητές και καλύτερες προοπτικές συμμετοχής. Τέταρτος παίκτης είναι οι ομοσπονδίες, που προσπαθούν να βάλουν κανόνες ώστε να μη μετατραπεί η Ολυμπιάδα σε αγορά μεταγραφών. Και πέμπτος είναι το κοινό, που απαιτεί αφήγημα, ταύτιση και συχνά μια αίσθηση «δικού μας ανθρώπου».

Το κρίσιμο σημείο είναι πως αυτά τα συμφέροντα συγκρούονται. Η ίδια απόφαση μπορεί να ερμηνευτεί ως δικαίωμα αυτοδιάθεσης από τη μία πλευρά και ως «αθλητικός οπορτουνισμός» από την άλλη. Και όσο οι ταυτότητες γίνονται πιο ρευστές, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να επιβληθεί ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός για το τι σημαίνει «εκπροσωπώ» ένα έθνος.

Fast track πολιτογραφήσεις: προνόμιο για λίγους, αίσθηση αδικίας για πολλούς

Σε πολλές χώρες, η πολιτογράφηση ενός αθλητή μπορεί να επιταχυνθεί μέσω ειδικών διαδικασιών, με επιχειρήματα που συνδέονται με την εθνική προβολή και την πιθανότητα διάκρισης. Αυτό, όμως, γεννά ένα κοινωνικό «αγκάθι»: όταν ένας αθλητής αποκτά γρήγορα αυτό που ο μέσος πολίτης θα χρειαζόταν χρόνια για να πετύχει, τότε η ιθαγένεια μοιάζει να μετατρέπεται σε προνόμιο που αγοράζεται με πιθανότητες μεταλλίου.

Κάπου εδώ εμφανίζεται το μεγάλο δίλημμα: είναι η ιθαγένεια ένα πολιτικό-νομικό δικαίωμα ή ένα αθλητικό εργαλείο; Και αν είναι και τα δύο, ποιος έχει τον τελευταίο λόγο; Το κράτος, οι ομοσπονδίες, ο ίδιος ο αθλητής ή το κοινό που βλέπει και κρίνει;

Η ελίτ ως μαγνήτης: πόροι, κίνητρα και η ανάγκη να «βρεθείς εκεί»

Η ανθρωπολόγος του αθλητισμού Κάρεν ΜακΓκάρι θέτει τον βασικό οδηγό σε μια φράση: η επιθυμία συμμετοχής στην ελίτ. Σε πρακτικούς όρους, οι αθλητές συχνά μετακινούνται προς το μέρος όπου υπάρχουν οι περισσότεροι πόροι, η καλύτερη στήριξη ή οι μεγαλύτερες πιθανότητες να βρεθούν στους Ολυμπιακούς. Για πολλούς, δεν πρόκειται για ζήτημα «προδοσίας» ή συμβολισμού, αλλά για επιβίωση καριέρας. Ένας αθλητής έχει συγκεκριμένα χρόνια ακμής και μια μικρή «περίοδο ευκαιρίας». Αν η μία χώρα δεν τον χωρά, αν οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί τον αφήνουν εκτός, αν το σύστημα δεν τον στηρίζει, τότε η μετακίνηση μπορεί να μοιάζει με τη μοναδική λογική επιλογή.

Παραδείγματα όπως της παγοδισκίστριας Λορένς Φουρνιέ Μποντρί, που αγωνίστηκε για περισσότερες από μία χώρες, δείχνουν ότι η ολυμπιακή ταυτότητα μπορεί να είναι αποτέλεσμα διαδρομής και όχι ενός μοναδικού σημείου καταγωγής.

Από τον «αυτόνομο» Ολυμπιονίκη στο εθνικό σύμβολο

Ιστορικά, η ιδέα ότι οι Ολυμπιακοί είναι πρωτίστως υπόθεση εθνικής εκπροσώπησης δεν ήταν πάντα κυρίαρχη. Ο Μπαρόν Πιερ ντε Κουμπερτέν έβλεπε τον ολυμπιακό ήρωα κυρίως ως άτομο, ως έναν «αυτόνομο» αθλητή που υπερβαίνει τα όριά του. Σταδιακά, όμως, η κρατική εμπλοκή και η ανάγκη για επιλογή των «καλύτερων» έφερε στο προσκήνιο το εθνικό συμφέρον. Η σημαία, ο ύμνος, ο πίνακας μεταλλίων και η πολιτική αξιοποίηση των επιτυχιών μετέτρεψαν τον αθλητή σε φορέα εθνικής ταυτότητας.

Έτσι, η σύγχρονη συζήτηση δεν είναι μόνο για το αν ένας αθλητής μπορεί να αλλάξει χώρα. Είναι για το αν ο θεσμός μπορεί να αντέξει τη μετάβαση από το απόλυτο «έθνος-ομάδα» σε μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, όπου το άτομο έχει πολλαπλές ρίζες και πολλαπλές δυνατότητες επιλογής.

Το κοινό ως κριτής: η «φαντασιακή κοινότητα» και η ανάγκη ταύτισης

Ο Οονκ επισημαίνει ότι οι θεατές είναι, σε μεγάλο βαθμό, «εθνικοποιημένοι» μέσα από γλώσσα, ΜΜΕ και σχολική ιστορία. Έτσι συγκροτείται αυτό που οι κοινωνικές επιστήμες αποκαλούν «φαντασιακή κοινότητα»: μπορεί να μη γνωρίζω προσωπικά τον αθλητή, αλλά τον νιώθω «δικό μου» επειδή μιλά τη γλώσσα μου, φορά τη σημαία μου, εκπροσωπεί το σύνολο στο οποίο ανήκω.

Όταν, λοιπόν, ένας αθλητής αλλάζει αθλητική ιθαγένεια, το κοινό δεν βλέπει μόνο μια τυπική διαδικασία. Βλέπει μια ρωγμή στην ταύτιση. Και σε περιόδους όπου οι κοινωνίες γίνονται πιο αμυντικές ή πιο πολωμένες, αυτή η ρωγμή μεγεθύνεται.

Εθνικισμός, γεωπολιτική και η ένταση των συμβολισμών

Η ΜακΓκάρι συνδέει την έξαρση του εθνικισμού με τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις πιέσεις που βιώνουν χώρες σε περιόδους κρίσης. Όταν η διεθνής πολιτική σκληραίνει, όταν οι κοινωνίες αισθάνονται απειλή, ο συμβολισμός των Ολυμπιακών γίνεται πιο βαρύς. Η νίκη «δική μας», η ήττα «δική μας», η σημαία «δική μας». Σε αυτό το κλίμα, η ερμηνεία της ιθαγένειας γίνεται πιο αποκλειστική, λιγότερο ανεκτική στις γκρίζες ζώνες.

Την ίδια στιγμή, όμως, μεγαλώνει και ένα διαφορετικό ρεύμα: άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ταυτότητά τους ως κοσμοπολίτικη, σύνθετη, με αναφορές που αλλάζουν. Για αυτούς, το να εκπροσωπεί ένας αθλητής μια χώρα ενώ έχει ρίζες και σε άλλη, δεν είναι πρόβλημα. Είναι σύγχρονη πραγματικότητα.

Προς μια νέα ολυμπιακή ισορροπία: κανόνες, αξίες και το μέλλον της «ανήκειν»

Η συζήτηση για την ιθαγένεια στους Ολυμπιακούς μοιάζει να μπαίνει σε νέα φάση. Από τη μία, υπάρχουν ομοσπονδίες που θέλουν να προστατέψουν ένα στοιχειώδες αίσθημα δικαιοσύνης, αποτρέποντας ένα ανεξέλεγκτο «κυνήγι ταλέντων» από ισχυρά κράτη. Από την άλλη, υπάρχει ο αθλητής, που ζει μέσα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, με οικογενειακές ρίζες, σπουδές, δουλειές και δεσμούς που ξεπερνούν τα σύνορα. Ανάμεσα σε αυτά, βρίσκονται οι χορηγοί που προτιμούν συχνά την αφήγηση του «γηγενή πρωταθλητή», αλλά και το κοινό που απαιτεί ξεκάθαρη ταύτιση.

Και τελικά, το πιο δύσκολο ερώτημα δεν είναι αν η ιθαγένεια «μετράει». Μετράει, και μάλιστα πολύ. Το ερώτημα είναι πώς θα μετράει στο μέλλον. Ως αποκλειστική σφραγίδα που καθορίζει ποιος είσαι, ή ως μία από τις πολλές ταυτότητες που μπορεί να κουβαλά ένας άνθρωπος σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Σε αυτό το μεταίχμιο, οι Ολυμπιακοί Αγώνες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην παράδοση του έθνους-συμβόλου και στη σύγχρονη πραγματικότητα των ρευστών ταυτοτήτων. Και ίσως το πιο τίμιο συμπέρασμα να είναι το εξής: όσο η κινητικότητα αυξάνεται και οι ζωές γίνονται πολυεθνικές, η έννοια του «ανήκω» δεν θα εξαφανιστεί. Θα γίνει απλώς πιο περίπλοκη.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο