O Ιερώνυμος Β΄ δεν συνηθίζει τις μεγάλες κουβέντες. Όταν όμως λέει ότι «μπορώ να ζήσω και χωρίς να είμαι εν ενεργεία αρχιεπίσκοπος», το μήνυμα δεν είναι απλώς προσωπικό – είναι βαθιά πολιτικό, εκκλησιαστικό και, αναπόφευκτα, παραπολιτικό.
Η φράση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος έρχεται σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες εντός της Εκκλησία της Ελλάδος αναδιατάσσονται σιωπηρά, ενώ οι σχέσεις με το Μέγαρο Μαξίμου παραμένουν κρίσιμες σε κοινωνικά, προνοιακά και –κυρίως– περιουσιακά ζητήματα.
«Το τέλος έρχεται για όλους», σημειώνει ο Ιερώνυμος, σε έναν τόνο σχεδόν εξομολογητικό. Δεν μιλά για άμεση αποχώρηση. Δεν προαναγγέλλει παραίτηση. Αλλά θεσμικά βάζει το ζήτημα της διαδοχής στο τραπέζι.
Και αυτό, από μόνο του, αρκεί.
Στο εσωτερικό της Ιεραρχίας, οι περισσότεροι μητροπολίτες έχουν εκλεγεί επί των ημερών του. Πρόκειται για μια «γενιά Ιερωνύμου», που διαμορφώθηκε τα τελευταία 18 χρόνια. Ο ίδιος μιλά για «τόσα καλά πνεύματα» όσα ίσως δεν υπήρξαν ποτέ άλλοτε.
Παραπολιτικά;
Αυτό σημαίνει ότι ο επόμενος Αρχιεπίσκοπος – όποτε κι αν εκλεγεί – θα είναι προϊόν ενός σώματος που εκείνος διαμόρφωσε. Η επιρροή του, ακόμη και εκτός θρόνου, θα είναι καθοριστική.
Ο Ιερώνυμος βάζει ως δεύτερο όνειρο τη διευθέτηση της εκκλησιαστικής περιουσίας – ένα ζήτημα που ταλανίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας επί δύο αιώνες.
Δεν είναι τυχαία η αναφορά στους «καταπατητές – και είναι γνωστό ποιοι είναι αυτοί».
Το μήνυμα έχει πολλαπλούς αποδέκτες:
Στο παρασκήνιο, σύμφωνα με εκκλησιαστικές πηγές, υπάρχουν ήδη επεξεργασμένα σενάρια για κοινά αναπτυξιακά σχήματα με την Πολιτεία. Το ερώτημα είναι αν θα προλάβει να τα «κλειδώσει» ο ίδιος ή αν θα τα παραδώσει ως φάκελο στον διάδοχο.
Ο Αρχιεπίσκοπος αφήνει μια λεπτή αιχμή:
«Δεν ξέρω βεβαίως αν είναι τόσο εξωστρεφείς όσο χρειάζεται».
Σε εκκλησιαστικούς κύκλους αυτό διαβάζεται ως προειδοποίηση. Η νέα γενιά μητροπολιτών μπορεί να είναι θεολογικά επαρκής και διοικητικά συνεπής, αλλά η κοινωνία απαιτεί πλέον δημόσιο λόγο, κοινωνική παρέμβαση και διαρκή παρουσία.
Με άλλα λόγια:
Η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί μόνο σε συνοδικές αίθουσες, αλλά και στην κοινωνική σφαίρα.
Η αναφορά σε «αγαστή συνεργασία» με την Πολιτεία – ιδίως σε κοινωνικά και προνοιακά ζητήματα – δεν είναι τυπική.
Σε μια περίοδο που η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, η Εκκλησία διεκδικεί ρόλο συμπληρωματικού πυλώνα κοινωνικής πολιτικής. Και ο Ιερώνυμος, με τη γνωστή του μετριοπαθή γραμμή, επιδιώκει να αφήσει θεσμική σταθερότητα.
Δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι θέλει να «κλείσει» εκκρεμότητες πριν ανοίξει επισήμως η συζήτηση διαδοχής.
Δημόσια, κανείς.
Ιδιωτικά, αρκετοί.
Η Ιεραρχία αριθμεί περίπου 80 μητροπολίτες. Οι συμμαχίες δεν είναι σταθερές και τα «μπλοκ» μετακινούνται. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία εξελέγη επί Ιερωνύμου δημιουργεί ένα άτυπο δίκτυο επιρροής, χωρίς όμως να προεξοφλεί διάδοχο.
Το μόνο βέβαιο:
Η δήλωση δεν ήταν τυχαία. Ούτε συναισθηματική. Ήταν πολιτική τοποθέτηση με θεσμικό βάθος.
Ο ίδιος μιλά για Εκκλησία «χωρίς ακρότητες», με σοβαρότητα και συνέπεια στη διαπαιδαγώγηση του λαού.
Είναι μια σαφής αποστασιοποίηση από φωνές που επενδύουν στον διχαστικό λόγο. Και ταυτόχρονα μια παρακαταθήκη:
Η γραμμή του κέντρου, της θεσμικής ηρεμίας και της συνεργασίας.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει διάδοχος.
Το ερώτημα είναι πότε θα ανοίξει επισήμως η κούρσα.
Και, κυρίως, αν ο Ιερώνυμος – όταν έρθει εκείνη η ώρα – θα έχει ήδη διαμορφώσει το τοπίο ώστε να μπορεί πράγματι να ζήσει «και χωρίς τον θρόνο».
Πηγή: pagenews.gr