Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που εμφανίστηκαν απρόσμενα σε ιδιωτική δημοπρασία στο eBay, άνοιξαν μια δημόσια συζήτηση που άγγιξε βαθιά την κοινωνία και έφερε στο προσκήνιο ένα κομμάτι της ιστορίας που συχνά αντιμετωπίζεται με αμηχανία ή σιωπή.
Κι αυτό γιατί τα φωτογραφικά τεκμήρια μας επέτρεψαν να κοιτάξουμε κατάματα μια από τις πιο ωμές στιγμές της ναζιστικής θηριωδίας και ταυτόχρονα μια από τις καθαρές μορφές της κομμουνιστικής αντιστασιακότητας. Που ξεκινά από το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και φτάνει ως τις γερμανικές Αρχές Κατοχής και τους συνεργάτες τους.
Σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε από ειδήσεις περιστασιακές και ρηχές, οι φωτογραφίες της Καισαριανής μας φέρνουν και πάλι μπροστά στο μείζον, στο ουσιαστικό. Και για αυτό άφησαν ελάχιστους αδιάφορους.
Δεν προκάλεσαν όμως απλώς συγκίνηση. Ενεργοποίησαν ανθρώπους, συλλογικότητες, πολιτικά κόμματα, ιστορικούς, πολίτες που απαίτησαν κάτι αυτονόητο: η μνήμη να μην ιδιωτικοποιηθεί, να μην χαθεί, να γίνει κοινό κτήμα.
Ήταν ένα κύμα δημόσιας εγρήγορσης που έσπασε τη συνήθεια της αδιαφορίας.
Και αυτό το κύμα είχε αποτέλεσμα. Οι θεσμοί —που τόσο συχνά καθυστερούν ή σιωπούν— έδειξαν σαφή διάθεση για την απόκτηση των σημαντικών αυτών τεκμηρίων. Θα είχε άραγε το Υπουργείο Πολιτισμού κινηθεί έγκαιρα για την αυθεντικότητα και την απόκτηση του υλικού, αν η απαίτηση θεσμικής ευθύνης δεν ήταν τόσο έντονη και πιεστική;
Όταν εγώ ο ίδιος επικοινώνησα σχετικά με την Υπουργό Πολιτισμού, το ζήτημα δεν ήταν καν γνωστό, δεν είχε καν τεθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες και καμία πρωτοβουλία δεν είχε ληφθεί. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, ξεκίνησαν οι διαδικασίες.
Είναι κρίσιμο να μην σταματήσουμε εδώ. Γιατί το πραγματικό έλλειμμα δεν είναι μόνο η κατοχή των φωτογραφιών. Είναι η ένταξή τους σε έναν δημόσιο χώρο μνήμης. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής δεν είναι μεμονωμένα ιστορικά αντικείμενα. Αποτελούν κομμάτι μιας πολύ ευρύτερης εμπειρίας βίας, αντίστασης και συλλογικού αγώνα που σημάδεψε τη χώρα. Αν θέλουμε πραγματικά να αναδείξουμε το νόημά τους, οφείλουμε να τις εντάξουμε σε ένα οργανωμένο σύνολο που να φωτίζει ολόκληρη την περίοδο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ακριβώς γι’ αυτό, το αίτημα για τη δημιουργία ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης και δημοκρατικής μνήμης στην Αθήνα δεν είναι συμβολικό αλλά ουσιαστικό.
Δεν είναι ατύχημα ότι η Αθήνα δεν διαθέτει ένα τέτοιο μουσείο. Δεν μιλώ για έναν απλό εκθεσιακό χώρο ούτε για ένα πεδίο επετειακής αναφοράς. Μιλώ για ένα τοπόσημο γνώσης και ιστορικής τεκμηρίωσης απέναντι σε ένα δύσκολο και αποσιωπημένο παρελθόν. Μια πρωτεύουσα που υπήρξε πρωταγωνίστρια στην αντιφασιστική πάλη παραμένει ακόμα χωρίς έναν χώρο αντάξιο της ιστορίας της. Κι όμως, υπήρξε συγκεκριμένη, ώριμη προσπάθεια: από το 2018 εκπονήθηκε ολοκληρωμένη μελέτη, προτάθηκε κτιριακό συγκρότημα στο κέντρο της πόλης, κινητοποιήθηκαν ιστορικοί, αρχιτέκτονες, φορείς. Το σχέδιο παραδόθηκε έτοιμο, εγκαταλείφθηκε, όμως, δυστυχώς με την κυβερνητική αλλαγή του 2019.
Σήμερα, η υπόθεση της Καισαριανής επαναφέρει αυτό το αίτημα ως αναγκαιότητα.
Η κοινωνία έδειξε ότι δεν ξεχνά. Τώρα πρέπει να επιμείνει. Για να μετατραπεί η αντιφασιστική συγκίνηση σε θεσμική μνήμη. Και η μνήμη σε ανάχωμα.
Σε μια περίοδο όπου η ακροδεξιά επελαύνει, όπου ο φασισμός αλλάζει πρόσωπα αλλά όχι το αποκρουστικό του περιεχόμενο, η ιστορική γνώση γίνεται πολιτική έμπνευση απέναντι στον αναθεωρητισμό, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον εκφυλισμό της δημοκρατίας.
Ζούμε ξανά σε εποχή όπου η βία κανονικοποιείται και ο αυταρχισμός δυναμώνει. Οι φωτογραφίες της Καισαριανής μας θυμίζουν πως απέναντι στη νέα εκδοχή του φασισμού η απάντηση δεν είναι η ανοχή. Είναι η αντίσταση και η δημοκρατική εγρήγορση.
* Ο Αλέξης Χαρίτσης είναι Πρόεδρος Νέας Αριστεράς
Πηγή: pagenews.gr