Η πολιτική ένταση στην Ισπανία πέρασε τις τελευταίες ημέρες σε ένα νέο, ιδιαίτερα τοξικό πεδίο: τη διασπορά φημών για την υγεία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Με μια ασυνήθιστα προσωπική, αλλά ταυτόχρονα αιχμηρή παρέμβαση, ο επικεφαλής της σοσιαλιστικής κυβέρνησης διέψευσε ρητά ότι πάσχει από καρδιαγγειακή νόσο και κατήγγειλε μια οργανωμένη εκστρατεία λάσπης, την οποία απέδωσε σε κύκλους της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς.
Η υπόθεση, όπως αποτυπώνεται και σε ισπανικά δημοσιεύματα, πήρε διαστάσεις όταν άρθρο του δεξιού μέσου Libertad Digital ισχυρίστηκε ότι ο Σάντσεθ νοσηλεύεται ή λαμβάνει θεραπεία σε δημόσιο νοσοκομείο της Μαδρίτης για «θανατηφόρα» καρδιαγγειακή πάθηση, σενάριο που αναπαράχθηκε έντονα στα social media.
Από τις «φήμες» στο Κοινοβούλιο: όταν το διαδίκτυο γίνεται πολιτικό όπλο
Το θέμα δεν έμεινε στην ψηφιακή σφαίρα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι αναφορές πέρασαν και στο ισπανικό Κοινοβούλιο, όταν η βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος Cayetana Álvarez de Toledo υπαινίχθηκε το δημοσίευμα και ζήτησε διευκρινίσεις για την υγεία του πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής διαδικασίας, βάζοντας θεσμική «σφραγίδα» σε έναν ισχυρισμό που μέχρι τότε κινούνταν κυρίως ως διαδικτυακός ψίθυρος.
Αυτό ήταν και το σημείο καμπής. Ο Σάντσεθ, που αρχικά απέφευγε να απαντήσει, επέλεξε τελικά να μιλήσει δημόσια, ακριβώς επειδή—όπως δείχνει η εξέλιξη—η ιστορία δεν έμενε πια σε επίπεδο φημών, αλλά είχε μετατραπεί σε πολιτικό εργαλείο πίεσης.
Η απάντηση Σάντσεθ: διάψευση, επίθεση και μήνυμα υπεράσπισης του δημόσιου συστήματος
Σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, ο Ισπανός πρωθυπουργός ήταν κατηγορηματικός: δεν πάσχει από καρδιαγγειακή νόσο. Παράλληλα, επέλεξε να μετατρέψει την επίθεση σε πολιτικό αντεπιχείρημα, λέγοντας πως ακόμη κι αν υπήρχε πρόβλημα, «δεν θα ήταν πρόβλημα», γιατί εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με τέτοιες παθήσεις χάρη στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας—υπονοώντας ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι υπονομεύουν ακριβώς αυτό το δίχτυ προστασίας.
Το πιο βαρύ πολιτικό φορτίο, ωστόσο, ήταν αλλού: στην καταγγελία για τη λεγόμενη «μηχανή λάσπης». Ο Σάντσεθ περιέγραψε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπου μια «ψευδοείδηση» ξεκινά από συγκεκριμένα μέσα, αναπαράγεται από βουλευτές και στη συνέχεια «νομιμοποιείται» μέσω σχολιαστών, καταλήγοντας να δηλητηριάζει τη δημόσια συζήτηση.
Γιατί τώρα: η σύγκρουση με τη Δεξιά και η προσπάθεια αποσταθεροποίησης
Στο παρασκήνιο, το πολιτικό επιτελείο του Σάντσεθ υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για μια «ατυχή» υπερβολή. Το διαβάζει ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αποσταθεροποίησης: μετά από χρόνια κριτικής που προέβλεπε την «άμεση πτώση» της κυβέρνησης, η αντιπολίτευση—κατά τον πρωθυπουργό—μετατοπίζει το πεδίο αντιπαράθεσης σε προσωπικές επιθέσεις, ακόμη και σε ζητήματα υγείας.
Η φράση του, ότι «αυτή η κυβέρνηση θα παραμείνει για αρκετό ακόμη καιρό», λειτούργησε ως πολιτική δήλωση αντοχής: μια προσπάθεια να κλείσει το θέμα με αποφασιστικότητα και να επιστρέψει τη συζήτηση στην ουσία της διακυβέρνησης, αντί να επιτρέψει να κυριαρχήσει το “θέαμα” των φημών.
Η «υπόθεση υγείας» ως νέο μέτωπο παραπληροφόρησης στην Ευρώπη
Η περίπτωση Σάντσεθ δεν είναι μεμονωμένη ως φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική παραπληροφόρηση στην Ευρώπη έχει μετακινηθεί από τη διαστρέβλωση θέσεων και αριθμών σε πιο «ανθρώπινα» και επιδραστικά αφηγήματα: υγεία, οικογένεια, προσωπική ζωή. Οι ειδήσεις αυτού του τύπου έχουν δύο πλεονεκτήματα για όσους τις διακινούν: διαδίδονται ταχύτατα και είναι δύσκολο να «σβήσουν» εντελώς ακόμη κι όταν διαψευστούν.
Στην περίπτωση της Ισπανίας, η ένταση των τελευταίων ημερών έδειξε κάτι ακόμη πιο κρίσιμο: ότι η διαδρομή από το social media στο Κοινοβούλιο μπορεί να είναι πολύ σύντομη. Και όταν ένα σενάριο μπαίνει στη θεσμική διαδικασία, αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά κατά πολύ την αρχική του βάση.
Το πολιτικό στοίχημα για τον Σάντσεθ: να μη γίνει «κανονικότητα» ο βούρκος
Η επιλογή του πρωθυπουργού να απαντήσει δημόσια—και μάλιστα με ευθεία επίθεση—είναι ρίσκο. Από τη μία, περιορίζει τη φημολογία, θέτοντας καθαρή γραμμή διάψευσης. Από την άλλη, αναγκαστικά αναδεικνύει ένα θέμα που μέχρι τότε «ζούσε» στα άκρα του διαδικτύου. Γι’ αυτό και η παρέμβασή του δεν έμεινε μόνο στο «είναι ψέμα», αλλά προσπάθησε να ορίσει ποιος το διακινεί και πώς λειτουργεί ο μηχανισμός αναπαραγωγής.
Το ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η σύγκρουση θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση ή αν θα εγκαινιάσει ένα νέο στάδιο πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου η προσωπική στοχοποίηση—και όχι η πολιτική διαφωνία—θα γίνεται όλο και πιο συχνά το «καύσιμο» της δημόσιας ατζέντας.
Σε κάθε περίπτωση, ο Σάντσεθ έδωσε το στίγμα του με τρόπο που δύσκολα παρερμηνεύεται: δεν θα αφήσει τις φήμες να γίνουν εργαλείο απονομιμοποίησης, ούτε θα επιτρέψει να γραφτεί η πολιτική ιστορία της κυβέρνησής του μέσα από ένα timeline παραπληροφόρησης.
Πηγή: Pagenews.gr
