Σερβίτσια του Élysée στο Vinted: Η «κλοπή» των 377.000€ και η δίκη στο Παρίσι
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Σερβίτσια του Élysée στο Vinted: Η «κλοπή» των 377.000€ και η δίκη στο Παρίσι
Η αίθουσα του ποινικού δικαστηρίου στο Παρίσι, το βράδυ της Πέμπτης, είχε κάτι από εκείνη την παράξενη αίσθηση που αφήνουν οι υποθέσεις όπου το «αστυνομικό» μπλέκεται με το συμβολικό. Δεν επρόκειτο για χρήματα σε βαλίτσες ή για σπάνια έργα τέχνης που εξαφανίστηκαν από σκοτεινές αποθήκες. Εδώ, το αντικείμενο της δίκης ήταν πορσελάνη με τη σφραγίδα του Élysée, κομμάτια που –σύμφωνα με το κατηγορητήριο– «ξεγλίστρησαν» από το προεδρικό μέγαρο για να ξαναεμφανιστούν στο διαδίκτυο, σε πλατφόρμες μεταπώλησης και ομάδες γνώστες, μέχρι να καταλήξουν στα χέρια συλλέκτη στις Βερσαλλίες.
Στο εδώλιο βρέθηκαν τρεις άνδρες, κατηγορούμενοι για κλοπή και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, σε μια υπόθεση που αφορά περίπου εκατό κομμάτια πορσελάνης, τα οποία φέρεται να εκλάπησαν μέσα σε διάστημα δύο ετών, από το 2023 έως το 2025. Το σοκ, ωστόσο, δεν προέρχεται μόνο από τη φύση των αντικειμένων ή την αξία που αποδίδεται στην απώλεια. Προέρχεται κυρίως από το προφίλ του βασικού κατηγορουμένου: πρόκειται για τον πρώην ταμία της γαλλικής προεδρίας, έναν άνθρωπο που –όπως ειπώθηκε στη διαδικασία– ήταν εκείνος που έστρωνε τα τραπέζια στα κρατικά δείπνα, διαχειριζόμενος αντικείμενα υψηλής αξίας και ιδιαίτερου κύρους.
Ένα «σενάριο» που ξεκίνησε από μια φωτογραφία στο διαδίκτυο
Η υπόθεση, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ήρθε στο φως όταν η Manufacture nationale de Sèvres εντόπισε πιάτα με το μονόγραμμα των Ηλυσίων να πωλούνται online. Η εικόνα ήταν αρκετή για να ανάψει συναγερμό. Όταν κομμάτια με σφραγίδα Élysée εμφανίζονται σε πλατφόρμες μεταπώλησης, η εξήγηση δεν μπορεί να είναι απλώς «μια σύμπτωση». Έτσι, ακολούθησε καταγγελία από το εσωτερικό της Προεδρίας και ξεκίνησε η έρευνα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το νήμα, όπως φάνηκε στο δικαστήριο, δεν άργησε να οδηγήσει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν γρήγορα στον Thomas M., με την Προεδρία να τον υποπτεύεται –μεταξύ άλλων– λόγω των τακτικών αποκλίσεων στις απογραφές, που, όπως ειπώθηκε, ήταν «συχνά προς τα κάτω». Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν έλεγχοι για την ομάδα του, παρότι διαχειριζόταν ένα απόθεμα περίπου 10.000 πολύτιμων αντικειμένων. Η λεπτομέρεια αυτή έδωσε στη δίκη έναν δεύτερο άξονα: πέρα από την ατομική ευθύνη, αναδείχθηκε και το ζήτημα των διαδικασιών, των κενών εποπτείας και της δυνατότητας να κινείται κάποιος «μόνος» μέσα σε ένα σύστημα που θα έπρεπε να έχει πολλαπλές δικλείδες ασφαλείας.
Η αξία των 377.370 ευρώ και η «μάχη» των αριθμών
Από τις πρώτες στιγμές της ακροαματικής διαδικασίας, η συζήτηση πήρε φωτιά γύρω από την αποτίμηση. Η Manufacture de Sèvres υπολόγισε την αξία των κομματιών σε 377.370 ευρώ, ποσό που η υπεράσπιση χαρακτήρισε «παράλογο». Όμως η εισαγγελική αρχή έδωσε βάρος σε κάτι που ξεπερνά τον λογαριασμό: στη συμβολική σημασία της απώλειας.
Η Sèvres δεν είναι ένας απλός προμηθευτής. Είναι ένα όνομα ταυτισμένο με το γαλλικό κράτος, την τελετουργία της εξουσίας, την αισθητική που συνοδεύει την επίσημη εικόνα της Προεδρίας. Όταν, λοιπόν, εξαφανίζονται κομμάτια που φέρουν τη σφραγίδα Élysée, το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως υλική ζημία, αλλά και ως πλήγμα κύρους. Στη διαδικασία ειπώθηκε ξεκάθαρα πως, ως προμηθευτής της γαλλικής προεδρίας από το 1848, η Manufacture de Sèvres δεν πουλά απλώς πιάτα. Πουλά κληρονομιά.
«Τα πήρα για την ομορφιά τους» – η ομολογία και το πέρασμα στη μεταπώληση
Στο εδώλιο, ο Thomas M. μίλησε χαμηλόφωνα και παραδέχθηκε τα γεγονότα. Δήλωσε ότι η πρώτη κλοπή έγινε το 2023 και προσπάθησε να δώσει, αρχικά, μια εξήγηση που κινήθηκε στο πεδίο της εμμονής του συλλέκτη. Υποστήριξε ότι ανακτούσε τα κομμάτια για την ομορφιά τους και ότι τα εξέθετε στο σπίτι του, ως ερασιτέχνης που αγαπά την πορσελάνη.
Κάπου εκεί, ωστόσο, η αφήγηση μετατοπίστηκε. Η οικονομική πίεση εμφανίστηκε ως «καταλύτης», με τον ίδιο να ισχυρίζεται ότι οι δυσκολίες επιδεινώθηκαν και τότε το ζευγάρι στράφηκε στη μεταπώληση. Η μετάβαση από τη «συλλογή» στο «εμπόριο» είναι ακριβώς το σημείο όπου η υπόθεση αποκτά σκληρότερο χαρακτήρα: δεν πρόκειται πλέον για κλοπή από επιθυμία κατοχής, αλλά για κλοπή με πρόθεση κέρδους.
Ο Thomas M. δήλωσε επίσης ότι παραιτήθηκε από το Élysée τον Νοέμβριο του 2025 και βρήκε νέα δουλειά, σαν να ήθελε να δείξει ότι έκλεισε εκείνο το κεφάλαιο. Όμως η δίκη έδειξε ότι η υπόθεση δεν έκλεισε μαζί με την παραίτησή του.
Ο σύντροφος ως «μεσάζων» και ο ρόλος του Vinted
Δίπλα στον βασικό κατηγορούμενο εμφανίστηκε ο Damien G., σύντροφός του και διευθυντής εταιρείας πώλησης επιτραπέζιων σκευών, ο οποίος –κατά το κατηγορητήριο– λειτούργησε ως μεσάζων. Η εικόνα που δόθηκε στο δικαστήριο ήταν μιας πώλησης οργανωμένης μέσω πολλαπλών καναλιών: επαγγελματικός λογαριασμός σε πλατφόρμα όπως η Vinted και πωλήσεις μέσω Facebook σε ομάδες γνώστες.
Ο Damien G. παραδέχτηκε ότι παρέλαβε κλεμμένα αντικείμενα και τα πούλησε. Το στοιχείο αυτό, που δεν άφησε πολλά περιθώρια υπερασπιστικής άμυνας, έδωσε έμφαση στο πώς ένα αντικείμενο κρατικής εμβληματικής αξίας μπορεί να περάσει σε ένα οικοσύστημα καθημερινής μεταπώλησης: εκεί όπου οι αγοραπωλησίες γίνονται γρήγορα, οι φωτογραφίες αρκούν για να «κλείσει» η συναλλαγή και η προέλευση συχνά θολώνει μέσα στο πλήθος των καταχωρήσεων.
Στην πραγματικότητα, η υπόθεση φωτίζει έναν σύγχρονο δρόμο για το παράνομο εμπόριο: όχι απαραίτητα μέσω υπόγειων δικτύων, αλλά μέσω των κανονικών ψηφιακών αγορών, εκεί όπου η κανονικότητα της πλατφόρμας μπορεί να λειτουργήσει σαν κάλυμμα.
Ο υπάλληλος του Λούβρου και το ερώτημα: «πώς δεν κατάλαβε;»
Το τρίτο πρόσωπο που κάθισε στο εδώλιο ήταν ο Ghislain M., 30 ετών, υπάλληλος υποδοχής στο Λούβρο από το 2023. Η παρουσία του στην υπόθεση έχει τη δική της ειρωνεία: ένας άνθρωπος που εργάζεται σε έναν από τους πιο εμβληματικούς χώρους τέχνης στον κόσμο, εμφανίζεται να αγοράζει –σύμφωνα με τα στοιχεία– περίπου εκατό κομμάτια πορσελάνης, μέσω του ζευγαριού.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε πως ο Thomas M. εργαζόταν στο Élysée και ότι δεν γνώριζε πως τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα κατά τη στιγμή της αγοράς. Όμως, όσο προχωρούσε η ακρόαση, το βασικό ερώτημα επέστρεφε πιεστικά: πώς μπορεί να μην υπάρχει υποψία όταν συσσωρεύονται τόσα κομμάτια, με τέτοια σφραγίδα και τέτοια προέλευση;.
Ο Ghislain M. παραδέχτηκε τελικά ότι είχε υποψίες. Και τότε η δίκη πήρε συναισθηματική τροπή. Ξέσπασε σε κλάματα, δήλωσε ότι είναι συντετριμμένος και είπε τη φράση που έμεινε να αιωρείται στην αίθουσα σαν προσωπική κατάρρευση: «η ζωή μου καταστράφηκε από αυτή την ιστορία». Η εικόνα του, σε πλήρη αντίθεση με τους άλλους δύο, έδωσε στους δικαστές ένα ακόμη πρόβλημα: να ζυγίσουν όχι μόνο πράξεις και αποδείξεις, αλλά και το πού τελειώνει η «αφέλεια» και πού αρχίζει η συνενοχή.
Οι προτάσεις του εισαγγελέα και η «ποινή με βραχιολάκι»
Την Πέμπτη, ο εισαγγελέας ζήτησε ποινές φυλάκισης έως και οκτώ μηνών που θα εκτίονταν με ηλεκτρονική επιτήρηση, ενώ οι συνολικές ποινές που προτάθηκαν είχαν σαφή κλιμάκωση και οικονομικές κυρώσεις.
Για τον Thomas M. ζητήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών, με τους δεκαέξι μήνες με αναστολή, και πρόστιμο 10.000 ευρώ. Για τον Damien G. προτάθηκε επίσης φυλάκιση δύο ετών, με δεκαοκτώ μήνες με αναστολή, και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Για τον Ghislain M. ζητήθηκαν δύο έτη φυλάκισης με είκοσι μήνες αναστολή και πρόστιμο 10.000 ευρώ.
Πίσω από τους αριθμούς, η εισαγγελική στόχευση είναι εμφανής: να αναγνωριστεί η σοβαρότητα της υπόθεσης, αλλά και να αποτυπωθεί μια λογική αναλογικότητας, ιδιαίτερα για τον τρίτο κατηγορούμενο, που ισχυρίστηκε άγνοια και τελικά παραδέχτηκε υποψίες.
Ετυμηγορία στις 16 Απριλίου και ένα ερώτημα που μένει
Το δικαστήριο θα εκδώσει την απόφασή του στις 16 Απριλίου. Μέχρι τότε, η υπόθεση παραμένει ως μια ασυνήθιστη υπενθύμιση ότι η «κληρονομιά» του κράτους, ακόμη και όταν παίρνει τη μορφή ενός πιάτου με μονόγραμμα, δεν είναι άτρωτη. Και ότι η διαδρομή από τις αποθήκες της εξουσίας μέχρι μια online αγγελία μπορεί να είναι πιο μικρή απ’ όσο θα περίμενε κανείς.
Ίσως το πιο ενοχλητικό στοιχείο δεν είναι η κλοπή ως πράξη, αλλά το ότι φέρεται να συνέβη εκ των έσω, από άνθρωπο που υποτίθεται ότι είχε την ευθύνη να προστατεύει ακριβώς αυτά τα αντικείμενα. Σε ένα Μέγαρο όπου τίποτα δεν είναι «απλό» και όλα είναι μέρος τελετουργίας, το να εξαφανίζονται κομμάτια της Sèvres δεν είναι μόνο ζήτημα απογραφής. Είναι ρωγμή στην ίδια την ιδέα της θεσμικής ασφάλειας.
Κι αυτό είναι που κάνει τη συγκεκριμένη δίκη να μοιάζει εξωπραγματική: επειδή, πίσω από την πορσελάνη, κρύβεται το ερώτημα πώς η καθημερινότητα της εξουσίας μπορεί να γίνει πεδίο μιας τόσο γήινης, τόσο συνηθισμένης πράξης: της μεταπώλησης στο διαδίκτυο.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας