Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη. Είναι μια ηχηρή θεσμική σφραγίδα σε μια υπόθεση που η κυβέρνηση επιχείρησε επανειλημμένα να παρουσιάσει ως «λήξασα».
Ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών επέβαλε το δικαστήριο στους Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιο, Γιάννη Λαβράνο και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Εκτιτέα τα 8 έτη, με ολική έκτιση. Ωστόσο, λόγω ανασταλτικού χαρακτήρα της έφεσης, οι καταδικασθέντες παραμένουν ελεύθεροι μέχρι τη δίκη σε δεύτερο βαθμό.
Το ουσιαστικό μήνυμα, όμως, δεν αφορά το αν θα περάσουν άμεσα το κατώφλι της φυλακής. Αφορά το γεγονός ότι η ελληνική Δικαιοσύνη αναγνώρισε οργανωμένη δράση, κοινό δόλο και συστηματική παραβίαση προσωπικών δεδομένων και επικοινωνιών.
Το δικαστήριο έκρινε ενόχους τους τέσσερις για:
Η υπόθεση συνδέεται με το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων μέσω του λογισμικού Predator, το οποίο αποτέλεσε κεντρικό πολιτικό ζήτημα από το 2022 και έπληξε ευθέως το Μέγαρο Μαξίμου.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία: η δικαστική κρίση επιβεβαιώνει ότι το σκάνδαλο δεν ήταν «δημοσιογραφική υπερβολή» ούτε «θεωρία συνωμοσίας». Ήταν – και παραμένει – υπαρκτή υπόθεση με ποινικές διαστάσεις.
Η εξέλιξη που προκάλεσε πολιτικούς τριγμούς δεν είναι μόνο οι ποινές. Είναι η πρόταση του εισαγγελέα για διαβίβαση πρακτικών και αντιγράφων της δικογραφίας προς περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών και άλλων προσώπων.
Με άλλα λόγια: η υπόθεση δεν κλείνει – ανοίγει.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι ενδέχεται να υπάρξει επέκταση της έρευνας σε πρόσωπα που είχαν γνώση ή εποπτικό ρόλο. Στο πολιτικό παρασκήνιο, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από τους «τεχνικούς διαχειριστές» στο ερώτημα: ποιος ήξερε και πότε;
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την υπαγωγή της ΕΥΠ στο γραφείο του. Η αποπομπή του τότε γενικού γραμματέα και στενού συγγενή του, Γρηγόρης Δημητριάδης, επιχειρήθηκε να λειτουργήσει ως «βαλβίδα εκτόνωσης».
Ωστόσο, η νέα δικαστική απόφαση επαναφέρει το ερώτημα της πολιτικής λογοδοσίας.
Στο παρασκήνιο της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτές παραδέχονται ότι η χρονική συγκυρία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η υπόθεση, που είχε ατονήσει επικοινωνιακά, επανέρχεται με δικαστική βαρύτητα. Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη: άλλο πολιτική αντιπαράθεση, άλλο καταγεγραμμένη ποινική απόφαση.
Την ίδια ώρα, οι νομικές κινήσεις του πρώην γενικού γραμματέα κατά δημοσιογράφων που αποκάλυψαν την υπόθεση δεν εκτόνωσαν την ένταση. Αντιθέτως, στο δημοσιογραφικό και πολιτικό περιβάλλον ερμηνεύονται ως προσπάθεια μετατόπισης του κέντρου βάρους.
Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, κυβερνητικά στελέχη επιμένουν ότι «δεν υπάρχει σύνδεση κράτους–Predator». Όμως η δικαστική κρίση περί οργανωμένης δράσης καθιστά δυσκολότερη αυτή τη γραμμή άμυνας.
Στελέχη της αντιπολίτευσης προετοιμάζουν ήδη κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες, ενώ στο ευρωπαϊκό επίπεδο η υπόθεση δεν έχει πάψει να απασχολεί θεσμικά όργανα.
Η κυβέρνηση είχε επενδύσει στο ότι η κοινωνία κουράστηκε από το θέμα. Ότι οι εκλογές «έκλεισαν τον κύκλο». Ότι οι θεσμικές διαδικασίες εξάντλησαν το ζήτημα.
Όμως όταν:
τότε το πολιτικό αφήγημα περί οριστικού τέλους καταρρέει.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν τελείωσε.
Απλώς περνά στην επόμενη πίστα — αυτή τη φορά με δικαστικό αποτύπωμα και βαριά πολιτική σκιά.
Πηγή: pagenews.gr