Υπάρχουν περίοδοι στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου τα γεγονότα παύουν να είναι μεμονωμένα. Δεν αποτελούν πια αστοχίες ή συγκυριακές κρίσεις, αλλά ψηφίδες ενός μεγαλύτερου πίνακα. Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, η κοινωνία δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μόνο περιστατικό ή μια κυβερνητική αστοχία, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα που διαβρώνει σταθερά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, απευθείας αναθέσεις, διαρκείς αποκαλύψεις για διαφθορά και σκάνδαλα δεν συνιστούν μόνο πολιτική αντιπαράθεση. Συνθέτουν το αποτύπωμα μιας διακυβέρνησης που φέρει πλέον σαφή σφραγίδα.
Το έγκλημα των Τεμπών υπήρξε το πιο οδυνηρό σημείο καμπής. Ήταν η στιγμή που αποκαλύφθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο η κατάρρευση της έννοιας της πρόληψης στο κράτος. Προειδοποιήσεις εργαζομένων, τεχνικές εκθέσεις, καθυστερημένα έργα ασφαλείας και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις συνυπήρχαν για χρόνια, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η τραγωδία δεν ήταν απρόβλεπτη αλλά προαναγγελθείσα. Και όμως, μετά την εθνική οδύνη, η πολιτική ευθύνη διαλύθηκε μέσα σε έναν λαβύρινθο μετακύλισης ευθυνών. Η κοινωνία δεν είδε δικαιοσύνη ενώ το κεντρικό ερώτημα παρέμεινε αναπάντητο: πώς ένα σύγχρονο (;) ευρωπαϊκό κράτος ακόμα και σήμερα επιτρέπει να λειτουργεί ένα κρίσιμο δίκτυο χωρίς τα στοιχειώδη συστήματα ασφάλειας;
Την ίδια στιγμή, το σκάνδαλο των υποκλοπών άνοιξε μια βαθιά ρωγμή στον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας. Η παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και δημόσιων αξιωματούχων αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα ποιότητας της δημοκρατίας. Η υπαγωγή της ΕΥΠ στο πρωθυπουργικό γραφείο και η επίμονη επίκληση του απορρήτου δημιουργούν την εικόνα ενός κράτους που δεν προσφέρει διαφάνεια. Οι διεθνείς επισημάνσεις και οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις ήταν μάταιοι. Και όταν οι πολίτες αρχίζουν να αμφιβάλλουν για την ασφάλεια των ίδιων των δημοκρατικών διαδικασιών, τότε η κρίση παύει να είναι πολιτική και γίνεται θεσμική.
Παράλληλα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου κρίσιμο πρόβλημα: την ιδιοτελή και ψηφοθηρική διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο αγροτικός κόσμος δοκιμάζεται από το κόστος παραγωγής, την ενεργειακή πίεση και την κλιματική κρίση, το φαγοπότι γύρω από την κατανομή ενισχύσεων και τη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου εντείνουν το αίσθημα αδικίας. Για τους ανθρώπους της περιφέρειας, οι επιδοτήσεις είναι η ζωή τους, η διαφορά ανάμεσα στη βιωσιμότητα και την εγκατάλειψη της γης. Όταν λοιπόν η αξιοπιστία αυτών των μηχανισμών τίθεται υπό αμφισβήτηση, το πλήγμα από διοικητικό γίνεται κοινωνικό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων. Αυτό που ξεκίνησε ως εργαλείο έκτακτης ανάγκης κατά την πανδημία μετατράπηκε σταδιακά σε κυρίαρχη πρακτική διαχείρισης δημόσιου χρήματος. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού, η συγκέντρωση έργων σε λίγους οικονομικούς παίκτες και η συρρίκνωση της διαφάνειας δημιούργησαν ένα δυσμενές περιβάλλον. Και όταν η διαχείριση των δημόσιων πόρων δεν έχει τη λογική της λογοδοσίας, η οικονομική ανισότητα ενισχύεται.
Το κοινό νήμα που ενώνει όλες αυτές τις υποθέσεις δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι θεσμικό. Πρόκειται για τη σταδιακή κανονικοποίηση μιας κουλτούρας εξουσίας που δεν θέλει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Η επικοινωνιακή διαχείριση αντικαθιστά την ουσιαστική απάντηση, ενώ η ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί. Έτσι, η κοινωνία εξοικειώνεται με το ασυνήθιστο, μέχρι που το σκάνδαλο παύει να προκαλεί σοκ και γίνεται μέρος της καθημερινότητας.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Στη συλλογική αποδοχή ότι «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι θεσμοί μπορούν να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον, τότε η δημοκρατία παύει να λειτουργεί.
Η χώρα, λοιπόν, δεν χρειάζεται απλώς κυβερνητική εναλλαγή. Χρειάζεται αλλαγή πορείας. Ένα νέο υπόδειγμα διακυβέρνησης που θα επαναφέρει την έννοια της ευθύνης, θα ενισχύσει την ανεξαρτησία των θεσμών, θα κατοχυρώσει τη διαφάνεια στη διαχείριση των δημόσιων πόρων και θα αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Μια πολιτική κατεύθυνση που δεν θα αντιμετωπίζει το κράτος ως μηχανισμό ελέγχου, αλλά ως εγγυητή δικαιοσύνης και ισότητας.
Το πραγματικό διακύβευμα λοιπόν δεν είναι κομματικό. Είναι ιστορικό. Είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να πορεύεται με τη λογική της διαχείρισης σκανδάλων ή αν θα επιλέξει μια νέα περίοδο δημοκρατικής αναγέννησης.
Γιατί όταν τα Τέμπη, οι υποκλοπές, τα σκάνδαλα και η αδιαφάνεια συγκροτούν μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα, τότε η αλλαγή αποτελεί κοινωνική απαίτηση και δημοκρατική αναγκαιότητα.
*Ο Μίλτος Ζαμπάρας είναι Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Πηγή: pagenews.gr