Ένα σοβαρό κενό ενημέρωσης γύρω από την εμμηνόπαυση και την ψυχική υγεία αναδεικνύουν νέα στοιχεία από το Ηνωμένο Βασίλειο, με τις ειδήσεις να λειτουργούν σαν προειδοποίηση: πολλές γυναίκες γνωρίζουν τα «κλασικά» σωματικά συμπτώματα, αλλά αγνοούν ότι η εμμηνόπαυση μπορεί να συνδεθεί με την εμφάνιση ή την επιδείνωση ψυχικών διαταραχών.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov που επικαλείται το Royal College of Psychiatrists (RCPsych), μόνο το 28% των γυναικών γνωρίζει ότι η εμμηνόπαυση μπορεί να συνδεθεί με νέα ψυχική νόσο. Την ίδια ώρα, το 93% τη συνδέει με τις εξάψεις και το 76% με τη μειωμένη σεξουαλική διάθεση. Το αποτέλεσμα, όπως τονίζει το RCPsych, είναι ότι πολλές γυναίκες δεν ζητούν ή δεν λαμβάνουν εγκαίρως τη βοήθεια που χρειάζονται.
Η έκταση του προβλήματος οδήγησε το RCPsych να εκδώσει την πρώτη στοχευμένη «επίσημη δήλωση» για εμμηνόπαυση και ψυχική υγεία, επιχειρώντας να βάλει το θέμα στο επίκεντρο τόσο της κλινικής πρακτικής όσο και της δημόσιας συζήτησης.
Γιατί η εμμηνόπαυση μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία
Η εμμηνόπαυση –και ιδιαίτερα η περιεμμηνόπαυση, η μεταβατική περίοδος πριν την τελευταία έμμηνο ρύση– συνοδεύεται από έντονες ορμονικές μεταβολές. Αυτές οι αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν ύπνο, ενέργεια, γνωστική λειτουργία και ρύθμιση της διάθεσης. Για αρκετές γυναίκες αυτό μεταφράζεται σε άγχος, ευερεθιστότητα, «πεσμένη» διάθεση ή δυσκολία συγκέντρωσης. Σε ένα μικρότερο, αλλά κρίσιμο ποσοστό, οι αλλαγές αυτές συνδέονται με σοβαρότερες κλινικές καταστάσεις ή με υποτροπές προϋπαρχουσών διαταραχών.
Η πρόεδρος του RCPsych, Δρ Λέιντ Σμιθ, τονίζει ότι η εμμηνόπαυση μπορεί να έχει «σημαντικές αλλά συχνά παραβλεπόμενες» επιπτώσεις στην ψυχική υγεία και ότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά όλη την κοινωνία, καθώς όλες οι γυναίκες θα περάσουν από αυτή τη φάση κάποια στιγμή.
Από τη χαμηλή διάθεση σε πιο σοβαρές διαταραχές
Η έκθεση του RCPsych, όπως περιγράφεται στο κείμενο που μας έστειλες, επισημαίνει ότι για ορισμένες γυναίκες η περιεμμηνόπαυση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για κλινικά σημαντικά προβλήματα ψυχικής υγείας. Αναφέρονται ενδεικτικά:
Η πιθανότητα εμφάνισης κλινικής κατάθλιψης εμφανίζεται αυξημένη, ενώ γίνεται λόγος και για αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διπολικής διαταραχής στην περιεμμηνόπαυση. Παράλληλα, οι ορμονικές και σωματικές αλλαγές μπορεί να λειτουργήσουν ως παράγοντας για υποτροπή ή εμφάνιση διατροφικών διαταραχών, ειδικά σε γυναίκες με σχετικό ιστορικό.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον αυξημένο κίνδυνο για γυναίκες που έχουν ήδη ιστορικό ευαλωτότητας στη διάθεση, όπως όσες έχουν περάσει επιλόχεια κατάθλιψη ή έντονα προεμμηνορροϊκά συμπτώματα διάθεσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μετάβαση της εμμηνόπαυσης μπορεί να «κουμπώσει» πάνω σε προϋπάρχουσα ευαισθησία του οργανισμού στη μεταβολή των ορμονών.
Το πρόβλημα της λανθασμένης διάγνωσης και η ανισότητα στην ενημέρωση
Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι η διάγνωση. Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι τα ψυχικά συμπτώματα μπορεί να αποδοθούν σε «σκέτο άγχος» ή «σκέτη κατάθλιψη», χωρίς να μπαίνει στο κάδρο η εμμηνόπαυση ως πιθανός παράγοντας. Αυτό οδηγεί σε καθυστερήσεις, σε θεραπευτικές επιλογές που δεν ταιριάζουν πλήρως στην εικόνα και σε γυναίκες που αισθάνονται ότι δεν τις καταλαβαίνουν.
Στο ίδιο πλαίσιο, παρατίθενται στοιχεία από μελέτη του University College London στο Post Reproductive Health: 58% των μαύρων γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσαν ότι ένιωθαν «εντελώς ανενημέρωτες» για την εμμηνόπαυση, ενώ πολλές τη χαρακτήρισαν «ψυχολογικά επιβλαβή». Πάνω από τις μισές (53%) ανέφεραν άγχος, αλλά αρκετές δήλωσαν ότι έλαβαν λανθασμένη διάγνωση άγχους/κατάθλιψης αντί για εμμηνόπαυση όταν μίλησαν με γιατρό. Ως συνέπεια, μόνο 23% χρησιμοποίησε θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.
Τι ζητά η έκθεση: εκπαίδευση, πρωτόκολλα και πολιτικές στους χώρους εργασίας
Η έκθεση ζητά άμεσες παρεμβάσεις από υπηρεσίες υγείας και κυβερνήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αιχμή:
την υποχρεωτική εκπαίδευση για εμμηνόπαυση και ψυχική υγεία σε ιατρικά και ψυχιατρικά προγράμματα,
την ενίσχυση της φροντίδας ώστε οι γυναίκες να έχουν πρόσβαση σε σωστή αξιολόγηση και υποστήριξη,
και την υιοθέτηση πολιτικών εμμηνόπαυσης στους χώρους εργασίας που να λαμβάνουν υπόψη και την ψυχική διάσταση, όχι μόνο τα σωματικά συμπτώματα.
Το μήνυμα είναι σαφές: όταν η ενημέρωση μένει πίσω, η διάγνωση καθυστερεί και η φροντίδα γίνεται αποσπασματική, οι γυναίκες πληρώνουν το κόστος μόνες τους.
Πηγή: Pagenews.gr
