Στη διεθνή γεωπολιτική, ο όρος “regime change” – αλλαγή καθεστώτος – δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή έννοια. Είναι μια στρατηγική που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από μεγάλες δυνάμεις, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κατηγορούνται συχνά ότι επηρέασαν ή οργάνωσαν ανατροπές κυβερνήσεων σε δεκάδες χώρες.
Σύμφωνα με ιστορικές μελέτες, η Ουάσιγκτον έχει εμπλακεί σε δεκάδες απόπειρες αλλαγής καθεστώτων από τον 20ό αιώνα, είτε με στρατιωτική επέμβαση είτε με μυστικές επιχειρήσεις μέσω υπηρεσιών πληροφοριών.
Η πρακτική αυτή περιλαμβάνει:
Η ιστορία της αμερικανικής επιρροής στις πολιτικές εξελίξεις άλλων χωρών έχει μερικούς χαρακτηριστικούς σταθμούς.
Η CIA υποστήριξε την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ, επαναφέροντας στην εξουσία τον Σάχη. Το ίδιο το αμερικανικό πρακτορείο πληροφοριών παραδέχθηκε αργότερα ότι η επιχείρηση ήταν αντιδημοκρατική παρέμβαση.
Η CIA οργάνωσε πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Jacobo Árbenz, ο οποίος είχε προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που έθιγαν αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση του Salvador Allende ανατράπηκε από στρατιωτικό πραξικόπημα που υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ, οδηγώντας στη δικτατορία του Augusto Pinochet.
Ανάλογες παρεμβάσεις καταγράφονται επίσης σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Νικαράγουα και ο Παναμάς, σε ένα μοτίβο που συνδέεται με την προσπάθεια διατήρησης γεωπολιτικής επιρροής.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η βασική δικαιολογία για αυτές τις παρεμβάσεις ήταν η ανάσχεση του κομμουνισμού.
Όπως είχε προειδοποιήσει ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Henry Kissinger για την κυβέρνηση της Χιλής:
“Η επιτυχία ενός μαρξιστικού καθεστώτος θα επηρεάσει την παγκόσμια ισορροπία.”
Η φράση αυτή θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ως χαρακτηριστική της εποχής: η γεωπολιτική αντιπαράθεση υπερίσχυε συχνά της αρχής της εθνικής κυριαρχίας.
Στη σύγχρονη εποχή, η μορφή των επεμβάσεων αλλάζει.
Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις διεθνών ΜΜΕ, η Ουάσιγκτον εξετάζει πλέον ένα μοντέλο που βασίζεται σε στοχευμένα πλήγματα και πολιτική αποσταθεροποίηση, αντί για μακροχρόνιες στρατιωτικές κατοχές.
Η στρατηγική αυτή έχει περιγραφεί ως:
“decapitate and delegate” — δηλαδή αφαίρεση της ηγεσίας και αφήνοντας το εσωτερικό σύστημα να αναδιαμορφωθεί.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι τέτοιες κινήσεις μπορεί να δημιουργήσουν κενά εξουσίας και εμφύλιες συγκρούσεις, όπως συνέβη σε περιπτώσεις στο παρελθόν.
Η πρόσφατη επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και οι πιέσεις προς άλλες χώρες δείχνουν ότι το ζήτημα της επιρροής παραμένει στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτικής.
Η σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο μετά από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση προκάλεσε έντονες διεθνείς αντιδράσεις και κατηγορίες για παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Κράτη όπως η Κίνα και η Ρωσία κατηγόρησαν την Ουάσιγκτον ότι επανέρχεται σε μια λογική γεωπολιτικής επιβολής, ενώ άλλες κυβερνήσεις στη Δύση στήριξαν τη δράση ως «μέτρο σταθερότητας».
Πολλοί διεθνολόγοι υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις για αλλαγή καθεστώτων σπάνια οδηγούν σε σταθερή δημοκρατία.
Σύμφωνα με μελέτες, περίπου το ένα τρίτο των εξαναγκαστικών αλλαγών καθεστώτος οδηγεί σε εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια δεκαετία.
Άλλοι ερευνητές τονίζουν ότι η εξωτερική επιβολή πολιτικών λύσεων συχνά δημιουργεί μακροχρόνια πολιτική αστάθεια και κοινωνικές συγκρούσεις.
Σήμερα, το ερώτημα που τίθεται όλο και συχνότερα στα διεθνή φόρα είναι αν οι αλλαγές καθεστώτων αποτελούν εργαλείο προώθησης της δημοκρατίας ή μηχανισμό γεωπολιτικής κυριαρχίας.
Η πραγματικότητα πιθανότατα βρίσκεται κάπου ανάμεσα.
Σε έναν κόσμο όπου η σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων επιστρέφει δυναμικά, η μάχη για επιρροή δεν διεξάγεται μόνο στα πεδία των πολέμων αλλά και στα πολιτικά συστήματα των κρατών.
Και όπως δείχνει η ιστορία του τελευταίου αιώνα, οι αλλαγές καθεστώτων παραμένουν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα εργαλεία της διεθνούς πολιτικής.
Πηγή: pagenews.gr