Οι διεθνείς αγορές μοιάζουν να δίνουν στον Ντόναλντ Τραμπ ένα άτυπο αλλά εξαιρετικά αυστηρό περιθώριο 15 ημερών, δηλαδή 360 ωρών, για να αποδείξει ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν θα μετατραπεί σε μακρά κρίση με μόνιμες πληγές για την οικονομία. Η αντίστροφη μέτρηση δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι κυρίως χρηματοοικονομική. Όσο το βασικό σενάριο των επενδυτών παραμένει ότι η σύγκρουση θα αποκλιμακωθεί σχετικά γρήγορα, τα assets εξακολουθούν να τιμολογούνται με την υπόθεση ότι το σοκ στην ενέργεια θα είναι ισχυρό αλλά παροδικό. Αν όμως αυτή η υπόθεση διαψευστεί, τότε η παγκόσμια αγορά ενδέχεται να περάσει σε μια πολύ πιο σκληρή φάση επανατιμολόγησης.
Το σήμα κινδύνου είναι ήδη ορατό. Το Brent κινείται ξανά πάνω από τα 100 δολάρια, καθώς η σύγκρουση έχει εισέλθει στην τρίτη εβδομάδα και οι επιθέσεις, οι διαταραχές στις υποδομές και η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρουν τον φόβο ενός παρατεταμένου ενεργειακού σοκ. Το Reuters κατέγραψε την Τρίτη άνοδο του Brent στα 101,94 δολάρια, ενώ το αμερικανικό αργό βρέθηκε κοντά στα 94,73 δολάρια, με την αγορά να παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη σε κάθε εξέλιξη γύρω από τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο.
Η αγορά ακόμη ελπίζει σε σύντομο πόλεμο
Παρά την ένταση, σημαντικό τμήμα της αγοράς εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να πρόκειται για μια κρίση περιορισμένης διάρκειας. Αυτό αποτυπώνεται στις προβλέψεις μεγάλων οίκων, αλλά και στη συμπεριφορά των μετοχών, που δεν έχουν ακόμη περάσει σε κατάσταση γενικευμένου πανικού. Την ίδια ώρα, οι διεθνείς δείκτες κατέγραψαν νέα άνοδο, με τον S&P 500, τον Dow Jones και τον Nasdaq να κινούνται ανοδικά, δείχνοντας ότι οι επενδυτές δεν έχουν εγκαταλείψει το σενάριο της ελεγχόμενης έκβασης.
Αυτή ακριβώς είναι η βάση του «τελεσιγράφου» προς τον Λευκό Οίκο. Η αγορά μοιάζει να λέει ότι δέχεται ακόμη την εκδοχή μιας σύντομης επιχείρησης, αλλά όχι επ’ αόριστον. Αν ο πόλεμος ξεφύγει από αυτό το χρονικό πλαίσιο και περάσει αλώβητος στον Απρίλιο, τότε η συζήτηση δεν θα αφορά απλώς μια νέα άνοδο στο πετρέλαιο. Θα αφορά την αναθεώρηση ολόκληρου του αφηγήματος για τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, την ανάπτυξη και την πολιτική αντοχή των ΗΠΑ. Η ίδια η Bank of America αναγνώρισε ότι σε περίπτωση γρήγορης αποκλιμάκωσης το Brent μπορεί να διορθώσει ως τα 70 δολάρια, αλλά σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης η αγορά περνά σε τελείως διαφορετικό καθεστώς, με αισθητά υψηλότερες τιμές και πιο επίμονες επιπτώσεις.
Το Ορμούζ είναι το πραγματικό μέτωπο των αγορών
Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά κυρίως στον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Πρόκειται για το σημαντικότερο ενεργειακό choke point του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG. Όσο αυτό το πέρασμα παραμένει υπό πίεση, κάθε πρόβλεψη για ταχεία εξομάλυνση γίνεται εύθραυστη. Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός προειδοποίησε ότι ακόμη και οι ναυτικές συνοδείες δεν μπορούν να εγγυηθούν απόλυτα ασφαλή διέλευση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό, αλλά και λειτουργικό για την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Η αγορά το γνωρίζει αυτό, αλλά δεν το έχει ακόμη τιμολογήσει πλήρως. Η μέχρι τώρα αντίδραση δείχνει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον φόβο και στην ελπίδα. Από τη μία πλευρά, οι τιμές έχουν εκτιναχθεί περισσότερο από 40% μέσα στον μήνα. Από την άλλη, παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι η κρίση δεν θα μετατραπεί σε μακροχρόνιο εμπάργκο ή σε ένα νέο δομικό σοκ τύπου δεκαετίας του 1970. Αυτή η ισορροπία, όμως, είναι εξαιρετικά ασταθής.
Ο Τραμπ πιέζεται από τον χρόνο και από το ίδιο του το αφήγημα
Για τον Τραμπ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η εξέλιξη του πολέμου, αλλά και η πολιτική υπόσχεση ότι η κρίση θα μπορούσε να τεθεί υπό έλεγχο χωρίς μακροχρόνιο οικονομικό κόστος. Ήδη ο Αμερικανός πρόεδρος αναγκάστηκε να καθυστερήσει τη σύνοδο με τον Σι Τζινπίνγκ, δηλώνοντας ότι πρέπει να παραμείνει στην Ουάσιγκτον λόγω του πολέμου με το Ιράν. Η κίνηση αυτή δείχνει ότι η κρίση έχει απορροφήσει περισσότερο πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο απ’ όσο φαινόταν αρχικά.
Την ίδια ώρα, αυξάνονται και οι εσωτερικές πιέσεις. Η παραίτηση του διευθυντή του αμερικανικού Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, Joseph Kent, λόγω διαφωνίας με τον πόλεμο, έδωσε ένα ακόμη σήμα ότι η διαχείριση της κρίσης δεν αμφισβητείται μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης.
Αυτός είναι ο λόγος που η αγορά δεν εξετάζει μόνο αν θα πέσει ή θα ανέβει το πετρέλαιο. Εξετάζει και το αν ο Τραμπ παραμένει πειστικός ως διαχειριστής μιας σύγκρουσης που επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια οικονομία. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ο Λευκός Οίκος έχασε τον έλεγχο του χρονοδιαγράμματος. Και όταν οι αγορές πιστέψουν ότι χάνεται ο έλεγχος του χρόνου, συνήθως χάνεται και η ανοχή στο ρίσκο.
Από το πετρέλαιο στα επιτόκια και από εκεί στις μετοχές
Η αληθινή απειλή για την παγκόσμια οικονομία δεν είναι απλώς μια ακριβότερη ενέργεια για μερικές ημέρες. Είναι το ενδεχόμενο η ενεργειακή κρίση να αποκτήσει διάρκεια τέτοια ώστε να επηρεάσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και τελικά τη στάση των κεντρικών τραπεζών. Ήδη το Reuters σημείωσε ότι η άνοδος της ενέργειας έχει περιορίσει τις ελπίδες για επιθετικές μειώσεις επιτοκίων, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και άλλες νομισματικές αρχές αναγκάζονται να επανεκτιμήσουν το μονοπάτι της πολιτικής τους.
Αν αυτή η δυναμική εδραιωθεί, το πλήγμα θα ξεπεράσει κατά πολύ τον ενεργειακό κλάδο. Οι μετοχές ανάπτυξης, οι καταναλωτικές δαπάνες, οι μεταφορές, η βιομηχανία και τα κρατικά ομόλογα θα βρεθούν υπό διαφορετική πίεση. Η αγορά σήμερα συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει ότι έχει μπροστά της ένα σοκ με ημερομηνία λήξης. Αν όμως το σοκ αποδειχθεί πιο επίμονο, το pricing θα αλλάξει παντού.
Οι τράπεζες βλέπουν δύο κόσμους
Τα τελευταία στοιχεία από μεγάλες επενδυτικές τράπεζες αποτυπώνουν καθαρά αυτή τη διπλή πραγματικότητα. Από τη μία, υπάρχει το αισιόδοξο σενάριο μιας γρήγορης αποκλιμάκωσης, με πτώση του Brent καθώς αποκαθίσταται σταδιακά η ροή από το Ορμούζ. Από την άλλη, υπάρχει το δυσμενές σενάριο μιας πιο μακράς διαταραχής, με την προσφορά να παραμένει σφιχτή και τις τιμές να κινούνται αισθητά υψηλότερα. Η Bank of America και η Standard Chartered αναθεώρησαν ήδη ανοδικά τις εκτιμήσεις τους για το Brent το 2026, προειδοποιώντας ότι η αγορά πετρελαίου έχει χάσει σχεδόν 200 εκατ. βαρέλια λόγω της εμπλοκής στο Ορμούζ και ότι ένα μέρος της διαταραχής μπορεί να έχει διάρκεια ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών.
Παράλληλα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ξεκαθάρισε ότι οι αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων μπορούν να στηρίξουν προσωρινά την αγορά, όχι όμως να αντικαταστήσουν μακροπρόθεσμα μια σοβαρή απώλεια ροών από τον Περσικό Κόλπο. Με άλλα λόγια, οι εφεδρείες αγοράζουν χρόνο, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα.
Η πραγματική δοκιμασία έρχεται στο τέλος του μήνα
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το τέλος Μαρτίου αρχίζει να λειτουργεί ως σημείο καμπής για τις αγορές. Όχι επειδή υπάρχει κάποιος επίσημος οικονομικός κανόνας, αλλά επειδή μέχρι τότε αντέχει ακόμη το σενάριο της σύντομης σύγκρουσης. Από εκεί και πέρα, κάθε πρόσθετη ημέρα θα είναι δυσκολότερο να ενσωματωθεί ως «παροδική». Τότε το πετρέλαιο δεν θα είναι απλώς ακριβό. Θα θεωρείται ότι μπαίνει σε νέα φάση. Και τότε οι επενδυτές δεν θα κοιτούν μόνο το Brent, αλλά και τις προοπτικές του S&P 500, τη διαδρομή της Fed, την αντοχή του δολαρίου και τελικά την ίδια την πολιτική ισχύ του Τραμπ.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο συνοψίζεται το «τελεσίγραφο 360 ωρών». Οι αγορές ακόμη δίνουν πίστωση χρόνου. Δεν έχουν όμως αποφασίσει να τη δώσουν για πολύ. Όσο ο πόλεμος δεν λήγει, τόσο η Wall Street, οι οίκοι αξιολόγησης κινδύνου, οι τράπεζες και οι traders εμπορευμάτων πλησιάζουν σε μια κοινή διαπίστωση: ότι το βασικό σενάριο μπορεί να είναι λάθος. Και όταν οι αγορές πειστούν γι’ αυτό, η ανατιμολόγηση δεν θα είναι σταδιακή. Θα είναι απότομη, γενικευμένη και πολιτικά εκρηκτική.
Πηγή: Pagenews.gr
