Gabbard: Ρωγμές στο αφήγημα Τραμπ για το Ιράν μετά την κατάθεση στη Γερουσία
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Gabbard: Ρωγμές στο αφήγημα Τραμπ για το Ιράν μετά την κατάθεση στη Γερουσία
Νέα δεδομένα στη συζήτηση για τον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν έφερε η κατάθεση της διευθύντριας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τάλσι Γκάμπαρντ, στη Γερουσία, καθώς παραδέχθηκε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν είχαν διαπιστώσει πως η Τεχεράνη είχε ξεκινήσει να ανοικοδομεί το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου πριν από την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου. Η τοποθέτησή της άνοιξε νέο κύκλο αμφισβήτησης γύρω από το επιχείρημα του Ντόναλντ Τραμπ ότι το Ιράν συνιστούσε «άμεση απειλή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιχείρημα με το οποίο ο πρόεδρος είχε υπερασπιστεί την απόφαση για στρατιωτική δράση.
Καταθέτοντας ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, η Γκάμπαρντ ανέφερε ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών εκτιμά πως η ιρανική κυβέρνηση προσπαθούσε κυρίως να ανακάμψει από τις σοβαρές ζημιές που προκάλεσαν οι αμερικανικές επιδρομές του Ιουνίου 2025 σε τρεις βασικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Την ίδια στιγμή, σημείωσε ότι η Τεχεράνη διατηρούσε την πρόθεση να ανασυστήσει το πρόγραμμα εμπλουτισμού της, χωρίς όμως να υποστηρίξει ότι είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή ένα τέτοιο σχέδιο πριν από τον πόλεμο.
Η γραπτή κατάθεση και η δημόσια δήλωση που προκάλεσαν ερωτήματα
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι, στην έγγραφη κατάθεση που είχε κατατεθεί την προηγούμενη νύχτα στη Γερουσία, το γραφείο της Γκάμπαρντ ανέφερε ότι η ικανότητα του Ιράν για εμπλουτισμό ουρανίου είχε «εξουδετερωθεί ολοκληρωτικά» από τα αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 και ότι από τότε δεν υπήρξαν προσπάθειες για την αποκατάστασή της. Το σημείο αυτό θεωρήθηκε εξαιρετικά κρίσιμο, καθώς ενίσχυσε την εντύπωση ότι τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών πληροφοριών δεν ταυτίζονται πλήρως με τη δημόσια επιχειρηματολογία του Λευκού Οίκου κατά την έναρξη της σύγκρουσης.
Η αντίφαση ανάμεσα στη γραπτή διατύπωση και στις πιο προσεκτικές δημόσιες τοποθετήσεις της Γκάμπαρντ στη διάρκεια της ακρόασης έδωσε αφορμή για έντονη πολιτική κριτική. Γερουσιαστές της αντιπολίτευσης έστρεψαν τα πυρά τους στην κυβέρνηση Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση μιας επικείμενης πυρηνικής απειλής δεν επιβεβαιώνεται καθαρά από τα ίδια τα πορίσματα των αμερικανικών υπηρεσιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ακρόαση μετατράπηκε γρήγορα από μια τεχνική ενημέρωση για τις παγκόσμιες απειλές σε μια βαθιά πολιτική αντιπαράθεση για τα πραγματικά κίνητρα του πολέμου.
Πίεση στο αφήγημα περί «άμεσης απειλής»
Το πολιτικό βάρος των δηλώσεων της Γκάμπαρντ έγινε ακόμη μεγαλύτερο επειδή δεν επιβεβαίωσε ρητά ότι το Ιράν συνιστούσε άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τις αναφορές από την ακρόαση, όταν δέχθηκε πίεση να το ξεκαθαρίσει, επέμεινε ότι η αξιολόγηση για το τι συνιστά άμεση απειλή είναι τελικά ζήτημα που εναπόκειται στον πρόεδρο και όχι στην ίδια την κοινότητα πληροφοριών. Η στάση αυτή θεωρήθηκε από επικριτές της κυβέρνησης ως έμμεση αποστασιοποίηση από τη ρητορική του Τραμπ.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της νομιμοποίησης της αμερικανικής επέμβασης. Εφόσον οι υπηρεσίες πληροφοριών δεν είχαν εντοπίσει ενεργή προσπάθεια αποκατάστασης του ιρανικού εμπλουτισμού πριν από τον πόλεμο, τότε η εικόνα μιας επείγουσας και άμεσης πυρηνικής απειλής γίνεται πιο δύσκολο να υποστηριχθεί δημόσια. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ΗΠΑ δεν διέθεταν άλλους λόγους ανησυχίας, αλλά σίγουρα ενισχύει τη συζήτηση για το κατά πόσο τα επίσημα επιχειρήματα παρουσιάστηκαν με τρόπο πολιτικά πιο δραματικό από ό,τι επέτρεπαν τα ίδια τα στοιχεία. Η τελευταία αυτή εκτίμηση αποτελεί πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις δημόσιες δηλώσεις και τις σχετικές αναφορές των μέσων ενημέρωσης.
Ο Ράτκλιφ προειδοποιεί για τους βαλλιστικούς πυραύλους
Την ίδια ώρα, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ κινήθηκε σε πιο σκληρή γραμμή, προειδοποιώντας ότι το Ιράν ανασυγκροτεί το συμβατικό βαλλιστικό του οπλοστάσιο με ανησυχητικά γρήγορους ρυθμούς μετά τον πόλεμο Ιράν–Ισραήλ του 2025. Όπως ανέφερε, ο ρυθμός αυτός είναι ταχύτερος από την ικανότητα των ΗΠΑ να παράγουν αναχαιτιστικά μέσα για την προστασία περίπου 40.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή. Η επισήμανση αυτή δείχνει ότι, ακόμη κι αν το πυρηνικό σκέλος δεν εμφανίζεται να έχει επανεκκινηθεί, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αξιολογεί ως σοβαρή την απειλή από τις συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης.
Η διαφοροποίηση στους τόνους ανάμεσα στην επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και στον επικεφαλής της CIA καταγράφει και τις πολλαπλές αναγνώσεις που υπάρχουν εντός του αμερικανικού μηχανισμού ασφαλείας. Από τη μία πλευρά, οι ζημιές στο πυρηνικό πρόγραμμα παρουσιάζονται ως εξαιρετικά σοβαρές. Από την άλλη, υπογραμμίζεται ότι το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει μέσα πίεσης, κυρίως μέσα από πυραύλους, drones και ασύμμετρες κινήσεις στην ευρύτερη περιοχή.
«Το καθεστώς παραμένει άθικτο, αλλά αποδυναμωμένο»
Στην ακρόαση, η Γκάμπαρντ σημείωσε επίσης ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών εκτιμά πως η ιρανική κυβέρνηση «φαίνεται να παραμένει άθικτη αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένη» έπειτα από τα πλήγματα στην ηγεσία και στις στρατιωτικές της δυνατότητες. Συμπλήρωσε ακόμη ότι οι δυνατότητες προβολής συμβατικής στρατιωτικής ισχύος του Ιράν έχουν σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί, περιορίζοντας τις άμεσες επιλογές του καθεστώτος. Παρά ταύτα, προειδοποίησε ότι αν το ιρανικό καθεστώς επιβιώσει, είναι πιθανό να επιχειρήσει μια πολυετή προσπάθεια ανασυγκρότησης των πυραυλικών και μη επανδρωμένων δυνάμεών του.
Η αποτίμηση αυτή σκιαγραφεί μια πιο σύνθετη εικόνα για το Ιράν μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις. Δεν πρόκειται, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, για μια χώρα που έχει επανέλθει σε πλήρη στρατηγική ισχύ, αλλά ούτε και για ένα καθεστώς που έχει καταρρεύσει. Η Τεχεράνη εμφανίζεται τραυματισμένη, περιορισμένη σε επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά ακόμη ικανή να επιδιώξει μακροπρόθεσμη αποκατάσταση βασικών στρατιωτικών εργαλείων.
Ανοιχτά ερωτήματα για τα αποθέματα ουρανίου και τα Στενά του Ορμούζ
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο της ακρόασης αφορούσε τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν. Όταν ρωτήθηκε αν ο αμερικανικός στρατός θα μπορούσε να εξουδετερώσει την εκτιμώμενη ποσότητα περίπου 1.000 λιβρών, δηλαδή περίπου 440 κιλών, χωρίς ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων μέσα στο Ιράν, ο επικεφαλής της DIA Τζέιμς Άνταμς απέφυγε να απαντήσει δημόσια, παραπέμποντας σε κλειστή, απόρρητη ενημέρωση προς τους γερουσιαστές. Η αποφυγή σαφούς δημόσιας απάντησης δείχνει ότι το ζήτημα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο για την Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, ούτε η Γκάμπαρντ ούτε ο Ράτκλιφ έδωσαν σαφή απάντηση όταν ερωτήθηκαν αν ο Τραμπ είχε ενημερωθεί πως, σε περίπτωση επίθεσης, το Ιράν θα μπορούσε να κινηθεί προς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Και οι δύο πάντως αναγνώρισαν, σύμφωνα με τις αναφορές από την ακρόαση, ότι η σημερινή αναστάτωση που έχει προκληθεί λόγω της de facto παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας στη ζωτικής σημασίας θαλάσσια αρτηρία ήταν εξέλιξη που οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν προβλέψει στις αξιολογήσεις τους.
Νέος κύκλος αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον
Η ακρόαση στη Γερουσία δείχνει ότι η συζήτηση για τον πόλεμο με το Ιράν δεν περιορίζεται πια μόνο στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά μεταφέρεται με οξύτητα και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο των ΗΠΑ. Οι δηλώσεις της Γκάμπαρντ, σε συνδυασμό με τις επισημάνσεις του Ράτκλιφ, αποκαλύπτουν ότι η εικόνα απειλής που παρουσιάζεται δημόσια δεν είναι απολύτως μονοδιάστατη. Αντίθετα, συνυπάρχουν εκτιμήσεις για σοβαρή στρατιωτική αποδυνάμωση του Ιράν, απουσία άμεσης ανασυγκρότησης του πυρηνικού εμπλουτισμού και ταυτόχρονα φόβοι για ανασύνταξη των συμβατικών δυνατοτήτων του καθεστώτος.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι αποκαλύψεις από τη Γερουσία αυξάνουν την πίεση προς τον Λευκό Οίκο να εξηγήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια πάνω σε ποια ακριβώς δεδομένα στηρίχθηκε η απόφαση για την έναρξη του πολέμου. Και όσο αυτή η απάντηση παραμένει ασαφής, τόσο θα μεγαλώνει και η πολιτική σύγκρουση γύρω από το αν το Ιράν αποτελούσε πραγματικά μια άμεση πυρηνική απειλή ή αν η ένταση του κινδύνου παρουσιάστηκε με τρόπο που εξυπηρετούσε τη στρατηγική και πολιτική γραμμή της κυβέρνησης Τραμπ. Η τελική αυτή αποτίμηση αποτελεί εύλογη πολιτική ανάγνωση με βάση τα γεγονότα που αναδείχθηκαν στην ακρόαση και τις ανταποκρίσεις των διεθνών μέσων.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας