Ειδήσεις

Ομάν κατά ΗΠΑ: «Υπήρχε παράθυρο συμφωνίας με το Ιράν, αλλά χάθηκε στον πόλεμο»

Ομάν κατά ΗΠΑ: «Υπήρχε παράθυρο συμφωνίας με το Ιράν, αλλά χάθηκε στον πόλεμο»

Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Ομάν κατά ΗΠΑ: «Υπήρχε παράθυρο συμφωνίας με το Ιράν, αλλά χάθηκε στον πόλεμο»

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν κατηγορεί ευθέως την Ουάσιγκτον ότι παρασύρθηκε στη σύγκρουση, υποστηρίζοντας πως επί μήνες υπήρχε ρεαλιστική προοπτική συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα

Σε μια από τις πιο αιχμηρές παρεμβάσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα από χώρα του Κόλπου για τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ αλ Μπουσαϊντί, εξαπέλυσε σφοδρή κριτική κατά της Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «επέτρεψαν στον εαυτό τους να παρασυρθεί» σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Με άρθρο του στο Economist, ο επικεφαλής της ομανικής διπλωματίας χαρακτήρισε τον πόλεμο «καταστροφή» και επέμεινε ότι, τους τελευταίους εννέα μήνες, ΗΠΑ και Ιράν είχαν φτάσει δύο φορές πολύ κοντά σε μια ουσιαστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Η παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνο λόγω του τόνου της, αλλά και επειδή το Ομάν είχε διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή στις επαφές ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο Μπουσαϊντί δεν μίλησε ως εξωτερικός παρατηρητής, αλλά ως άνθρωπος που, σύμφωνα με τα όσα περιγράφει, είχε άμεση εικόνα της διαδικασίας και των δυνατοτήτων που υπήρχαν για διπλωματική αποκλιμάκωση. Το γεγονός αυτό δίνει ξεχωριστό πολιτικό βάρος στους ισχυρισμούς του ότι η ειρήνη δεν ήταν μια θεωρητική επιλογή, αλλά μια πραγματική πιθανότητα που χάθηκε λίγο πριν μετατραπεί σε συμφωνία.

Δύο χαμένες ευκαιρίες πριν από τη μεγάλη ανάφλεξη

Σύμφωνα με τον Ομανό υπουργό, υπήρξαν δύο κομβικές στιγμές στις οποίες ΗΠΑ και Ιράν βρέθηκαν κοντά σε συμφωνία. Η πρώτη αφορούσε τις διαβουλεύσεις που εξελίσσονταν έως τον Ιούνιο του 2025, λίγο πριν από τον 12ήμερο πόλεμο που ξέσπασε μετά τα ισραηλινά πλήγματα και τη μεταγενέστερη αμερικανική εμπλοκή. Η δεύτερη, ακόμη πιο κρίσιμη, συνδέεται με τις συνομιλίες που κορυφώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2026, λίγες ημέρες πριν από τη νέα αμερικανοϊσραηλινή επίθεση που οδήγησε σε δραματική κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ο ίδιος έγραψε ότι στις 28 Φεβρουαρίου, λίγες μόλις ώρες μετά από έναν από τους καθοριστικότερους γύρους συνομιλιών, ακολούθησε στρατιωτική ενέργεια που διέλυσε μια ειρήνη που, όπως υποστηρίζει, «φαινόταν πραγματικά εφικτή».

Η διατύπωση αυτή είναι εξαιρετικά βαριά διπλωματικά, διότι μετατρέπει τον πόλεμο από αναπόφευκτη εξέλιξη σε πολιτική επιλογή. Με άλλα λόγια, ο Μπουσαϊντί δεν λέει απλώς ότι η διπλωματία απέτυχε. Υποστηρίζει ότι διακόπηκε βίαια τη στιγμή ακριβώς που μπορούσε να αποδώσει. Αυτό το επιχείρημα ενισχύθηκε και από αποκαλύψεις του Guardian, σύμφωνα με τις οποίες ο Βρετανός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζόναθαν Πάουελ, που συμμετείχε στον τελευταίο γύρο επαφών στη Γενεύη στις 26 Φεβρουαρίου, είχε κρίνει τις ιρανικές προτάσεις αρκετά σημαντικές ώστε να αποφευχθεί ένας βιαστικός πόλεμος. Πηγές που επικαλείται η εφημερίδα ανέφεραν ότι ο Πάουελ θεώρησε την πρόταση της Τεχεράνης «απρόσμενη» και ένδειξη ουσιαστικής προόδου.

Η ευθεία αιχμή προς την Ουάσιγκτον και το Ισραήλ

Το πιο εκρηκτικό σημείο της παρέμβασης του Ομανού υπουργού είναι η άμεση κατηγορία ότι η Ουάσιγκτον πείστηκε από την ισραηλινή ηγεσία πως μετά την πρώτη επίθεση το Ιράν θα οδηγούνταν γρήγορα σε άνευ όρων παράδοση. Ο Μπουσαϊντί θεωρεί αυτή την εκτίμηση το «μεγαλύτερο λάθος υπολογισμού» των ΗΠΑ και ουσιαστικά χρεώνει στην αμερικανική ηγεσία στρατηγική τύφλωση. Στη δική του ανάγνωση, η Ουάσιγκτον δεν οδηγήθηκε απλώς σε μια λάθος απόφαση, αλλά έχασε τον έλεγχο της ίδιας της εξωτερικής της πολιτικής.

Αυτό το σημείο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι μετατρέπει την ομανική παρέμβαση σε δημόσια αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ελήφθησαν οι αμερικανικές αποφάσεις για τον πόλεμο. Δεν πρόκειται πια μόνο για διαφωνία ως προς τη στρατηγική. Πρόκειται για ανοιχτή αμφισβήτηση της αυτονομίας της αμερικανικής διπλωματίας. Ο ίδιος ο Μπουσαϊντί έφτασε στο σημείο να πει ότι οι φίλοι των ΗΠΑ έχουν καθήκον να λένε την αλήθεια, υπονοώντας πως η συμμαχική ειλικρίνεια επιβάλλει να ειπωθεί καθαρά στην Ουάσιγκτον ότι η πορεία της ήταν λανθασμένη.

Το βρετανικό στοιχείο και η αμηχανία του Λονδίνου

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος εξαιτίας του ρόλου του Ηνωμένου Βασιλείου. Το δημοσίευμα του Guardian ανέδειξε ότι ο Τζόναθαν Πάουελ είχε ενεργό συμμετοχή στις επαφές της Γενεύης και εκτιμούσε πως υπήρχε έδαφος για ουσιαστική διπλωματική πρόοδο. Αυτή η εκτίμηση φέρεται να συνέβαλε στην απροθυμία του Λονδίνου να στηρίξει την αμερικανική στρατιωτική επίθεση, καθώς η βρετανική πλευρά δεν διαπίστωσε πειστικά στοιχεία ούτε για επικείμενη ιρανική επίθεση κατά της Ευρώπης ούτε για άμεση απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Η Ντάουνινγκ Στριτ δεν σχολίασε επισήμως τις πληροφορίες για τον ρόλο Πάουελ, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση κράτησε αποστάσεις δείχνει πόσο βαθύ ήταν το ρήγμα στους δυτικούς συμμάχους.

Η βρετανική στάση έχει ειδικό βάρος, επειδή το Λονδίνο παραδοσιακά αποφεύγει να διαφοροποιείται ανοιχτά από την Ουάσιγκτον σε μείζονα ζητήματα ασφαλείας. Εδώ, όμως, φαίνεται να υπήρχε μια σαφής διαφωνία εκτίμησης: από τη μία οι Αμερικανοί μιλούσαν για αναγκαιότητα στρατιωτικής δράσης, από την άλλη οι Βρετανοί έβλεπαν ότι η διπλωματία δεν είχε ακόμη εξαντληθεί. Αυτή η απόκλιση ενισχύει το αφήγημα του Ομάν ότι η επιλογή του πολέμου δεν ήταν μονόδρομος. Η τελευταία αυτή σύνδεση είναι ερμηνευτική, αλλά στηρίζεται στις δημόσιες αναφορές του Guardian και στη στάση που καταγράφεται για το Λονδίνο.

Η παρέμβαση του Ομάν έρχεται μέσα στη φωτιά του πολέμου

Η κριτική του Μπουσαϊντί δεν έγινε σε ουδέτερο χρόνο. Έρχεται ενώ ο πόλεμος συνεχίζει να επεκτείνεται, με τις ΗΠΑ να δηλώνουν ότι οι στρατιωτικοί τους στόχοι παραμένουν αμετάβλητοι και με την ένταση να αγγίζει πλέον τις ενεργειακές αρτηρίες του Κόλπου. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επανέλαβε στις 19 Μαρτίου ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διαλύσει τις ιρανικές δυνατότητες πυραυλικών εκτοξεύσεων, να αποδυναμώσει την αμυντική βιομηχανία και το ναυτικό της χώρας και να την εμποδίσει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν επεκταθεί βαθύτερα στον ιρανικό χώρο, ενώ ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές απώλειες και αναστάτωση στις αγορές ενέργειας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φωνή του Ομάν αποκτά χαρακτήρα πολιτικής καταγγελίας, αλλά και προειδοποίησης. Η Μουσκάτ, που παραδοσιακά επιλέγει χαμηλούς τόνους και ρόλο διαμεσολαβητή, εμφανίζεται τώρα να λέει δημόσια ότι ο πόλεμος δεν ήταν μόνο τραγικός, αλλά και περιττός. Αυτή η αλλαγή ύφους από ένα κράτος γνωστό για τη μετριοπαθή του διπλωματία δείχνει πόσο βαθιά είναι η ανησυχία στον Κόλπο για την κατεύθυνση που έχουν πάρει τα πράγματα. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται στο ιστορικό προφίλ του Ομάν ως διαμεσολαβητή και στο ασυνήθιστα οξύ περιεχόμενο της σημερινής παρέμβασης.

Μια ανοιχτή αμφισβήτηση του αφηγήματος περί αναπόφευκτου πολέμου

Το ουσιαστικότερο πολιτικό αποτέλεσμα της παρέμβασης Μπουσαϊντί είναι ότι αμφισβητεί ευθέως το αφήγημα πως η στρατιωτική κλιμάκωση ήταν αναπόφευκτη. Αν πράγματι, όπως υποστηρίζει, υπήρξαν δύο στιγμές μέσα σε εννέα μήνες όπου μια συμφωνία ήταν κοντά, τότε η ιστορία της σημερινής σύγκρουσης γράφεται διαφορετικά. Δεν πρόκειται πλέον για μια σύγκρουση που ξέσπασε επειδή δεν υπήρχε άλλος δρόμος, αλλά για μια σύγκρουση που προέκυψε ενώ υπήρχε ακόμη διπλωματικός δρόμος ανοιχτός.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η παρέμβασή του προκαλεί τόσο μεγάλη αίσθηση. Το Ομάν δεν περιορίζεται σε έκκληση για κατάπαυση του πυρός. Λέει ουσιαστικά ότι ο πόλεμος είναι προϊόν λανθασμένων αποφάσεων, λανθασμένων υπολογισμών και χαμένης διπλωματίας. Και όσο η σύγκρουση συνεχίζεται, τόσο αυτό το επιχείρημα θα αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ειδικά αν αποδειχθεί ότι πράγματι υπήρχαν ουσιαστικές προτάσεις στο τραπέζι που δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ PAGENEWS PAGENEWS.gr - App Store PAGENEWS.gr - Google Play

Το σχόλιο σας

Loading Comments