Αφρική: Πώς ΔΝΤ και «πράσινοι» ευρωπαϊκοί κανόνες σφίγγουν τον κλοιό
Πηγή Φωτογραφίας: Reuters/Αφρική: Πώς ΔΝΤ και «πράσινοι» ευρωπαϊκοί κανόνες σφίγγουν τον κλοιό
Η Υποσαχάρια Αφρική βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα σκληρό αναπτυξιακό παράδοξο. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν ελλείμματα, να εξυπηρετήσουν όλο και βαρύτερο δημόσιο χρέος και να κινηθούν μέσα σε στενό δημοσιονομικό πλαίσιο. Από την άλλη, οι ίδιες χώρες βλέπουν να υψώνονται νέα εμπόδια στις εξαγωγές τους προς την Ευρώπη, ακριβώς τη στιγμή που χρειάζονται περισσότερο χώρο για ανάπτυξη, επενδύσεις και βιομηχανική αναβάθμιση. Τα τελευταία στοιχεία του ΔΝΤ δείχνουν ότι η αναπτυξιακή προοπτική για την Υποσαχάρια Αφρική υποβαθμίστηκε στο 3,8% για το 2025, ενώ πάνω από το 40% των χωρών της περιοχής αντιμετωπίζουν τουλάχιστον δύο μακροοικονομικές ανισορροπίες ταυτόχρονα, όπως υψηλά ελλείμματα, διψήφιο πληθωρισμό ή χαμηλά συναλλαγματικά αποθέματα.
Η εικόνα αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Οι ρίζες της φτάνουν πίσω στη δεκαετία του 1980, όταν η κρίση χρέους οδήγησε δεκάδες αφρικανικές χώρες σε προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τα προγράμματα αυτά συνδέθηκαν με ιδιωτικοποιήσεις, εμπορική απελευθέρωση, κατάργηση επιδοτήσεων και περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις βελτίωσαν βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως δεν μετέφρασαν αυτή τη σταθεροποίηση σε ευρεία κοινωνική ευημερία. Το πολιτικό και οικονομικό επιχείρημα που επιστρέφει σήμερα όλο και πιο έντονα είναι ότι η δημοσιονομική πειθαρχία δεν συνοδεύτηκε από την οικοδόμηση παραγωγικής βάσης ικανής να στηρίξει βιώσιμη ανάπτυξη.
Το βάρος του χρέους στενεύει τον δημοσιονομικό χώρο
Η σημερινή πίεση είναι ασφυκτική. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος στην Υποσαχάρια Αφρική κινείται κατά μέσο όρο πάνω από το 60% του ΑΕΠ, ενώ για πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος οι πληρωμές τόκων έχουν τριπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου στο 10% των κρατικών εσόδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφά πάνω από το 40% των δημοσίων εσόδων, περιορίζοντας δραματικά τα περιθώρια για επενδύσεις σε υποδομές, υγεία, εκπαίδευση και βιομηχανική πολιτική.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, διεθνείς οργανισμοί ζητούν από τις αφρικανικές οικονομίες να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα, να περιορίσουν εξαιρέσεις και να διευρύνουν τη φορολογική βάση. Ωστόσο, η ίδια η αφετηρία παραμένει αδύναμη. Το UNDP έχει επισημάνει ότι ο μέσος λόγος φόρων προς ΑΕΠ στην Υποσαχάρια Αφρική παραμένει κάτω από το 16%, πολύ χαμηλότερα από το 19,3% της Ασίας-Ειρηνικού, το 21,5% της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής και το 34% των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να κάνουν περισσότερα με πολύ λιγότερα μέσα.
Η Ευρώπη προσθέτει νέο κόστος με το CBAM και τον EUDR
Σαν να μην έφτανε η δημοσιονομική στενότητα, οι αφρικανικές οικονομίες έρχονται αντιμέτωπες και με μια νέα γενιά ευρωπαϊκών κανονισμών. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) τέθηκε στο οριστικό του καθεστώς από την 1η Ιανουαρίου 2026, βάζοντας νέα επιβάρυνση σε προϊόντα υψηλής έντασης άνθρακα όπως χάλυβας, αλουμίνιο, τσιμέντο και λιπάσματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει το μέτρο ως κεντρικό εργαλείο της κλιματικής πολιτικής, όμως σε πολλές αφρικανικές χώρες αντιμετωπίζεται ως ένα νέο φίλτρο εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά.
Αναλύσεις για τις επιπτώσεις του CBAM στην Αφρική δείχνουν ότι η έκθεση δεν είναι ίδια για όλους, αλλά για ορισμένες χώρες είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Μελέτη για την κυκλική οικονομία και τη συνεργασία Αφρικής-ΕΕ είχε δείξει ότι προϊόντα που επηρεάζονται από τον CBAM αντιστοιχούν στο 2,2% των εξαγωγών της Νότιας Αφρικής προς την ΕΕ, αλλά φτάνουν έως και το 13% για τη Μοζαμβίκη, ενώ υπό ορισμένα σενάρια οι εξαγωγές αλουμινίου της τελευταίας θα μπορούσαν να δεχθούν πολύ ισχυρό πλήγμα. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν ληφθεί υπόψη ότι η Αφρική ευθύνεται μόνο για περίπου 3%-4% των παγκόσμιων εκπομπών, αλλά καλείται να απορροφήσει δυσανάλογο κόστος προσαρμογής.
Την ίδια στιγμή, ο Κανονισμός της ΕΕ για την Αποψίλωση (EUDR) απαιτεί από εξαγωγείς προϊόντων όπως κακάο, καφές, ξυλεία και καουτσούκ να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα τους δεν συνδέονται με αποψίλωση μετά το 2020. Η εφαρμογή του ξεκινά για μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις από τις 30 Δεκεμβρίου 2025, με την πλήρη επιβολή μέτρων να ακολουθεί το 2026. Για πολλές αφρικανικές χώρες, το ζήτημα δεν είναι η περιβαλλοντική αρχή καθαυτή, αλλά το αν διαθέτουν την τεχνολογική και διοικητική υποδομή για να συμμορφωθούν.
Η μεγάλη παγίδα: λιτότητα από τη μία, τεχνικά εμπόδια από την άλλη
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την κατάσταση τόσο κρίσιμη. Οι αφρικανικές κυβερνήσεις πιέζονται να συμμαζέψουν τα δημόσια οικονομικά τους, αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται επενδύσεις σε πιστοποίηση, πράσινη τεχνολογία, ενεργειακό εκσυγχρονισμό, υποδομές ποιότητας, ιχνηλασιμότητα και μεταποίηση ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν να εξάγουν στην Ευρώπη με ανταγωνιστικούς όρους. Με άλλα λόγια, τους ζητείται να γίνουν πιο «πράσινες» και πιο παραγωγικές, ενώ έχουν λιγότερο δημοσιονομικό χώρο για να το πετύχουν.
Εδώ εντοπίζεται και η ουσία της κριτικής που διατυπώνεται όλο και πιο συχνά: ότι δημιουργείται ένας δομικός φαύλος κύκλος. Η δημοσιονομική πίεση περιορίζει την ικανότητα των κρατών να επενδύσουν σε βιομηχανική αναβάθμιση, ενώ τα νέα ευρωπαϊκά πρότυπα περιορίζουν ακόμη περισσότερο την πρόσβασή τους σε αγορές που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν αυτή την αναβάθμιση. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές χώρες κινδυνεύουν να παραμείνουν εγκλωβισμένες στον ρόλο του εξαγωγέα πρώτων υλών, χωρίς ουσιαστική άνοδο στην αλυσίδα αξίας.
Η κυκλική οικονομία ως ρεαλιστική διέξοδος
Παρά την πίεση, υπάρχουν και ενδείξεις διεξόδου. Μελέτη για την κυκλική οικονομία στην Αφρική εκτιμά ότι η εφαρμογή μέτρων κυκλικής οικονομίας σε βασικούς τομείς θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ της ηπείρου κατά 2,2% έως το 2030 σε σχέση με ένα σενάριο αδράνειας και να δημιουργήσει περίπου 11 εκατομμύρια επιπλέον θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο αγροτικός τομέας. Οι μετασυλλεκτικές απώλειες τροφίμων στην Αφρική αποτιμώνται περίπου σε 22 δισ. ευρώ τον χρόνο, δηλαδή περίπου στο 1% του ΑΕΠ της ηπείρου. Μείωση αυτών των απωλειών, καλύτερη ψύξη, αποθήκευση και εφοδιαστική αλυσίδα μπορούν να ενισχύσουν άμεσα το εισόδημα των μικρών παραγωγών και να βελτιώσουν το εμπορικό ισοζύγιο τροφίμων. Στη Νιγηρία, για παράδειγμα, το ColdHubs έχει δείξει ότι η ηλιακή ψυχρή αποθήκευση μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια ζωής των φρέσκων προϊόντων από 2 σε 21 ημέρες και να αυξήσει τα εισοδήματα μικρών αγροτών έως και 25%.
Η Αφρική χρειάζεται χώρο, όχι μόνο κανόνες
Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Αφρική χρειάζεται μεταρρυθμίσεις ή πράσινη μετάβαση. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να τις πετύχει όταν βρίσκεται ταυτόχρονα κάτω από την πίεση του χρέους, της λιτότητας και νέων εξωτερικών εμπορικών φραγμών. Η ήπειρος δεν ζητά μόνο δανεισμό ή βοήθεια. Χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο, πρόσβαση σε τεχνολογία, δίκαιους όρους εμπορίου και δυνατότητα να επεξεργάζεται η ίδια τον πλούτο που παράγει.
Αν αυτή η ισορροπία δεν βρεθεί, τότε ο κίνδυνος είναι σαφής: η Αφρική να παραμείνει παγιδευμένη ανάμεσα σε παλιές συνταγές σταθεροποίησης και σε μια νέα «πράσινη» μορφή αποκλεισμού από τις αγορές. Και τότε η φτώχεια δεν θα είναι απλώς αποτέλεσμα εσωτερικών αδυναμιών, αλλά και προϊόν ενός διεθνούς συστήματος που συνεχίζει να ζητά πολλά, δίνοντας πολύ λιγότερα από όσα απαιτούνται για πραγματική ανάπτυξη.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας