AGRICULTURE

Αμπελώνες: Στα 650.965 στρέμματα ο ελληνικός αμπελώνας, αλλά με βαριές απώλειες

Αμπελώνες: Στα 650.965 στρέμματα ο ελληνικός αμπελώνας, αλλά με βαριές απώλειες

Πηγή Φωτογραφίας: FREEPIK/Αμπελώνες: Στα 650.965 στρέμματα ο ελληνικός αμπελώνας, αλλά με βαριές απώλειες

Μικρή μόνο αύξηση στις εκτάσεις οινοποιήσιμων ποικιλιών, την ώρα που η τελευταία δεκαετία αποκαλύπτει εγκατάλειψη χιλιάδων στρεμμάτων και έντονες ανισορροπίες στην παραγωγή οίνων

Ο ελληνικός αμπελώνας συνεχίζει να δείχνει αντοχές, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει και τις βαθιές πληγές που έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το Τμήμα Αμπέλου, Οίνου και Αλκοολούχων Ποτών, οι συνολικές εκτάσεις με αμπελώνες οινοποιήσιμων ποικιλιών στη χώρα ανέρχονται πλέον σε 650.965 στρέμματα, καταγράφοντας μια οριακή αύξηση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, μόνο επιφανειακά μπορεί να θεωρηθεί θετική. Πίσω από τη μικρή αυτή άνοδο κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα, με περιορισμένη δυναμική στις νέες φυτεύσεις, σημαντικές απώλειες εκτάσεων μέσα στην τελευταία εννιαετία και μια έντονη αντίφαση ανάμεσα στο παραγωγικό δυναμικό του ελληνικού αμπελώνα και στην τελική σύνθεση της οινοπαραγωγής.

Ο Κλαδικός Εθνικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοοινικών Προϊόντων, η γνωστή ΚΕΟΣΟΕ, εστιάζει ακριβώς σε αυτή την απόκλιση, προειδοποιώντας ότι τα συνολικά στοιχεία του αμπελώνα δεν αρκούν για να κρύψουν τις δομικές αδυναμίες που επιμένουν στον κλάδο. Γιατί μπορεί η φετινή απογραφή να δείχνει μια μικρή αύξηση, όμως το ισοζύγιο της τελευταίας δεκαετίας παραμένει προβληματικό και γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη βιωσιμότητα, την παραγωγικότητα και την εμπορική κατεύθυνση της ελληνικής αμπελουργίας.

Μικρή αύξηση, αλλά χαμηλότερη από την αναμενόμενη

Η συνολική έκταση των οιναμπέλων αυξήθηκε φέτος μόλις κατά 1.690,6 στρέμματα σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για μια μεταβολή περιορισμένη, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι κατά την προηγούμενη τριετία οι νέες φυτεύσεις, με βάση τις άδειες φύτευσης που είχαν χορηγηθεί, ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε περίπου 6.300 στρέμματα ετησίως.

Αυτό είναι και το πρώτο σημείο που προβληματίζει έντονα την ΚΕΟΣΟΕ. Αν οι άδειες φύτευσης υλοποιούνταν σε σημαντικό βαθμό, η αύξηση του αμπελουργικού δυναμικού θα έπρεπε να είναι σαφώς πιο έντονη. Αντί γι’ αυτό, η πραγματική διεύρυνση των εκτάσεων εμφανίζεται υποτονική, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για το πόσες από αυτές τις άδειες καταλήγουν τελικά να μετατρέπονται σε πραγματικές φυτεύσεις.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα ετήσια στοιχεία για τις πραγματικές φυτεύσεις αμπέλων. Αυτή η έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων δυσκολεύει την αποτίμηση του καθεστώτος αδειών φύτευσης που εφαρμόζεται από το 2016 και μετά, αλλά και την ακριβή μέτρηση του βαθμού στον οποίο αξιοποιούνται οι δυνατότητες ανάπτυξης του ελληνικού αμπελώνα.

Η δεκαετία των απωλειών και της εγκατάλειψης

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της φετινής αποτύπωσης δεν είναι η περιορισμένη αύξηση, αλλά οι σωρευμένες απώλειες που καταγράφονται σε βάθος χρόνου. Η ΚΕΟΣΟΕ επισημαίνει ότι από το 2016 μέχρι σήμερα παραμένει υψηλός ο αριθμός των εκτάσεων που φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί, παρότι στο ίδιο διάστημα έχουν χορηγηθεί σημαντικές άδειες νέας φύτευσης.

Συγκεκριμένα, οι φυτεμένες εκτάσεις κατά την περίοδο 2015/2016 ανέρχονταν σε 627.734,4 στρέμματα. Αν σε αυτό το μέγεθος προστεθούν οι χορηγηθείσες άδειες φύτευσης της περιόδου 2016-2024, που αντιστοιχούν σε 55.037,88 στρέμματα, τότε θεωρητικά ο ελληνικός αμπελώνας θα έπρεπε σήμερα να φτάνει τα 682.772,28 στρέμματα.

Όμως η απογραφή της περιόδου 2024/2025 καταγράφει μόλις 650.965 στρέμματα. Η διαφορά αυτή, που αγγίζει τα 31.807,28 στρέμματα, αποτελεί ένα εξαιρετικά ηχηρό στοιχείο, καθώς υποδηλώνει ότι χιλιάδες στρέμματα έχουν χαθεί ή εγκαταλειφθεί κατά την τελευταία εννιαετία.

Η ίδια η ΚΕΟΣΟΕ εκτιμά ότι μόνο για την περίοδο 2024/2025 η εγκαταλειφθείσα έκταση φτάνει περίπου τα 4.609,4 στρέμματα σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή. Αντίθετα, δείχνει ότι ο πρωτογενής τομέας και ειδικά η αμπελουργία συνεχίζουν να δέχονται ισχυρές πιέσεις, είτε από το αυξημένο κόστος παραγωγής είτε από τη μειωμένη κερδοφορία είτε από τη δυσκολία ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού στην ύπαιθρο.

Η χαρτογράφηση των εκτάσεων ανά κατηγορία οίνου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των εκτάσεων ανά κατηγορία παραγωγής οίνου, καθώς αποτυπώνει με σαφήνεια τη θεωρητική δυναμικότητα του ελληνικού αμπελώνα.

Οι καθαρές εκτάσεις με ποικιλίες που προορίζονται για παραγωγή οίνων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) ανέρχονται σε 132.351,5 στρέμματα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 20,33% του συνόλου των εκτάσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίστοιχη παραγωγή οίνων ΠΟΠ για το 2025 εκτιμάται μόλις στο 8,20% της συνολικής οινοπαραγωγής.

Αντίστοιχα, οι εκτάσεις για παραγωγή οίνων Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) φτάνουν τα 417.878,5 στρέμματα, δηλαδή το 64,19% των συνολικών εκτάσεων. Ωστόσο, η παραγωγή οίνων ΠΓΕ περιορίζεται στο 25,05% της συνολικής παραγωγής.

Την ίδια στιγμή, οι εκτάσεις με ποικιλίες για παραγωγή οίνων χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη ανέρχονται σε 100.735,52 στρέμματα, δηλαδή μόλις στο 15,50% του ελληνικού αμπελώνα. Κι όμως, η παραγωγή αυτής της κατηγορίας εκτιμάται ότι φτάνει το 66,47% της συνολικής οινοπαραγωγής του 2025.

Αυτή η εικόνα δημιουργεί ένα εντυπωσιακό παράδοξο: ενώ η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού αμπελώνα διαθέτει θεωρητικά τη δυνατότητα να παράγει οίνους με Γεωγραφική Ένδειξη, το μεγαλύτερο μέρος της τελικής παραγωγής συνεχίζει να αφορά οίνους χωρίς τέτοια πιστοποίηση.

Η μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στη δυναμικότητα και την παραγωγή

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο στέκεται ιδιαίτερα η ΚΕΟΣΟΕ, μιλώντας ουσιαστικά για μια αντίφαση στρατηγικού χαρακτήρα για τον ελληνικό αμπελοοινικό τομέα.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το 84,52% των εκτάσεων του ελληνικού αμπελώνα μπορεί να παράγει οίνους με Γεωγραφική Ένδειξη, είτε ΠΟΠ είτε ΠΓΕ. Ωστόσο, στην πράξη, η πραγματική παραγωγή αυτών των οίνων περιορίζεται μόλις στο 33,25% του συνόλου. Την ίδια ώρα, οι οίνοι χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη, οι οποίοι αντιστοιχούν μόλις στο 15,50% των εκτάσεων, φτάνουν να καλύπτουν το 66,47% της παραγωγής.

Η απόκλιση αυτή δεν είναι απλώς στατιστική. Αντανακλά μια βαθύτερη ανισορροπία στον τρόπο που λειτουργεί η ελληνική αμπελουργία και η οινοπαραγωγή. Δείχνει ότι η ύπαρξη κατάλληλων εκτάσεων και ποικιλιών δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει και την αντίστοιχη παραγωγή ποιοτικών ή πιστοποιημένων οίνων, όταν οι οικονομικές και εμπορικές συνθήκες ωθούν συχνά σε διαφορετικές επιλογές.

Πού μπορεί να οφείλεται η στρέβλωση

Η ΚΕΟΣΟΕ εκτιμά ότι η συγκεκριμένη αντίφαση χρειάζεται συστηματική διερεύνηση, καθώς πίσω της ενδέχεται να κρύβονται κρίσιμοι παράγοντες που σχετίζονται με τις αποδόσεις των αμπελώνων, τις τιμές διάθεσης των προϊόντων, την εμπορευσιμότητα και τη συνολική λειτουργία της αγοράς.

Με άλλα λόγια, ένας αμπελουργός ή ένας οινοποιός μπορεί να διαθέτει εκτάσεις κατάλληλες για παραγωγή οίνων με Γεωγραφική Ένδειξη, αλλά στην πράξη να μην βρίσκει το κατάλληλο οικονομικό κίνητρο για να ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση. Αν οι τιμές διάθεσης δεν είναι ικανοποιητικές, αν το κόστος πιστοποίησης και τυποποίησης είναι υψηλό ή αν η αγορά δεν ανταμείβει επαρκώς την προστιθέμενη αξία αυτών των οίνων, τότε ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής μπορεί να κατευθύνεται τελικά προς άλλες κατηγορίες.

Παράλληλα, η ΚΕΟΣΟΕ σημειώνει ότι, παρά τις πιέσεις που ασκούνται κατά καιρούς για ένταξη νέων περιοχών στις ζώνες παραγωγής οίνων με Γεωγραφική Ένδειξη, μεγάλο μέρος αυτών των περιοχών έχει στην πράξη μετατραπεί σε ζώνες παραγωγής οίνων χωρίς Γ.Ε. Αυτό δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο θεσμικό ή χαρτογραφικό, αλλά κυρίως οικονομικό και εμπορικό.

Η πρόκληση για τον ελληνικό αμπελοοινικό τομέα

Η νέα αποτύπωση των αμπελουργικών εκτάσεων έρχεται να αναδείξει μια πραγματικότητα με δύο πρόσωπα. Από τη μία, ο ελληνικός αμπελώνας διατηρεί ένα σημαντικό μέγεθος και ένα αξιόλογο ποιοτικό δυναμικό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ζώνες ΠΟΠ και ΠΓΕ. Από την άλλη, οι απώλειες εκτάσεων, η εγκατάλειψη αμπελώνων και η δυσκολία μετατροπής της δυναμικότητας σε πραγματική παραγωγική υπεραξία, αποτελούν σαφή καμπανάκια για το μέλλον.

Ο κλάδος καλείται να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα: πώς θα περιοριστεί η εγκατάλειψη των αμπελώνων, πώς θα αξιοποιηθούν ουσιαστικά οι άδειες φύτευσης, πώς θα ενισχυθεί η παραγωγή οίνων με Γεωγραφική Ένδειξη και πώς θα στηριχθεί ο αμπελουργός ώστε να βρίσκει πραγματικό οικονομικό νόημα στην παραμονή του στην παραγωγή.

Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα στρέμματα και τις απογραφές. Αφορά την ταυτότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα ενός από τους πιο ιστορικούς και εμβληματικούς κλάδους της ελληνικής αγροτικής οικονομίας. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα των επόμενων χρόνων.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ PAGENEWS PAGENEWS.gr - App Store PAGENEWS.gr - Google Play

Το σχόλιο σας

Loading Comments