Μια σημαντική νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει μια από τις πιο επίμονες ανησυχίες γύρω από τη θεραπεία της ΔΕΠΥ στην παιδική ηλικία: ότι τα διεγερτικά φάρμακα μπορεί να αυξάνουν αργότερα τον κίνδυνο εμφάνισης ψυχωτικών διαταραχών. Αντίθετα, τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι η μεθυλφαινιδάτη όχι μόνο δεν φαίνεται να συνδέεται με αυξημένο μακροπρόθεσμο κίνδυνο ψύχωσης, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως σχετίζεται ακόμη και με χαμηλότερο κίνδυνο όταν η θεραπεία ξεκινά νωρίς.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry και πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του University College Dublin και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από εθνικά μητρώα της Φινλανδίας, εξετάζοντας σχεδόν 700.000 άτομα που είχαν γεννηθεί στη χώρα, ανάμεσά τους και περίπου 4.000 άτομα με διάγνωση ΔΕΠΥ. Το μέγεθος του δείγματος και η μακρά παρακολούθηση δίνουν στη μελέτη ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προσφέρουν μία από τις πιο ολοκληρωμένες εικόνες μέχρι σήμερα για τη μακροχρόνια ασφάλεια της μεθυλφαινιδάτης.
Καμία ένδειξη ότι η μεθυλφαινιδάτη αυξάνει τον κίνδυνο ψύχωσης
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: η θεραπεία με μεθυλφαινιδάτη στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχωτικής διαταραχής αργότερα. Το εύρημα αυτό έχει μεγάλη σημασία, επειδή για χρόνια υπήρχε επιφυλακτικότητα γύρω από τα διεγερτικά φάρμακα, καθώς επηρεάζουν τη ντοπαμίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που εμπλέκεται επίσης στους μηχανισμούς της ψύχωσης.
Ο καθηγητής Ίαν Κέλεχερ από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ένας από τους επικεφαλής της μελέτης, εξήγησε ότι οι επιστήμονες γνωρίζουν εδώ και καιρό πως ένα μικρό αλλά υπαρκτό ποσοστό παιδιών με ΔΕΠΥ εμφανίζει ψυχωτικές διαταραχές αργότερα στη ζωή. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, ήταν αν αυτός ο κίνδυνος σχετίζεται με το ίδιο το φάρμακο ή αν οφείλεται σε άλλους παράγοντες που συνδέονται με τη ΔΕΠΥ. Τα νέα δεδομένα, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνουν ότι το φάρμακο δεν είναι αυτό που οδηγεί σε αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο.
Ένα πιθανό προστατευτικό όφελος πριν από τα 13
Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο της μελέτης είναι ότι τα παιδιά που έλαβαν μεθυλφαινιδάτη πριν από την ηλικία των 13 ετών εμφάνισαν ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν αργότερα μη συναισθηματική ψύχωση. Οι συγγραφείς της εργασίας τονίζουν ότι το εύρημα αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ακόμη οριστική απόδειξη προστατευτικής δράσης, ωστόσο ανοίγει ένα νέο πεδίο έρευνας γύρω από το αν υπάρχει ένα κρίσιμο αναπτυξιακό «παράθυρο» κατά το οποίο η θεραπεία μπορεί να επηρεάζει θετικά την πορεία του εγκεφάλου.
Αυτό δίνει μια νέα διάσταση στη συζήτηση γύρω από τη θεραπεία της ΔΕΠΥ. Μέχρι σήμερα το βασικό ερώτημα ήταν αν τα φάρμακα είναι ασφαλή μακροπρόθεσμα. Τώρα, η επιστημονική κοινότητα αρχίζει να εξετάζει και το ενδεχόμενο η έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση να μην περιορίζεται μόνο στον έλεγχο των συμπτωμάτων της παιδικής ηλικίας, αλλά να έχει πιθανώς και πιο μακροπρόθεσμα οφέλη για την ψυχική υγεία.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για γονείς και γιατρούς
Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται να λειτουργήσουν καθησυχαστικά για πολλούς γονείς που διστάζουν μπροστά στη φαρμακευτική αγωγή για τη ΔΕΠΥ. Η ανησυχία ότι ένα διεγερτικό φάρμακο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής ψυχικής νόσου αργότερα υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα στην κλινική πράξη. Η νέα μελέτη δίνει πλέον ισχυρές ενδείξεις ότι, τουλάχιστον για τη μεθυλφαινιδάτη στις εγκεκριμένες δόσεις, τέτοιος κίνδυνος δεν επιβεβαιώνεται.
Την ίδια στιγμή, τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι όλα τα ερωτήματα έχουν λυθεί. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η αυξημένη πιθανότητα ψύχωσης που παρατηρείται σε ένα μικρό ποσοστό ατόμων με ΔΕΠΥ εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά φαίνεται πως δεν εξηγείται από τη θεραπεία με μεθυλφαινιδάτη. Αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη θα πρέπει να ερευνήσει βαθύτερα τους βιολογικούς, αναπτυξιακούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που μπορεί να βρίσκονται πίσω από αυτή τη συσχέτιση.
Τα όρια της μελέτης και όσα δεν γνωρίζουμε ακόμη
Παρά τη σημασία της, η μελέτη έχει συγκεκριμένα όρια. Οι ερευνητές εξέτασαν μόνο τη μεθυλφαινιδάτη και όχι άλλες βασικές κατηγορίες φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ, όπως τα σκευάσματα τύπου αμφεταμίνης. Επομένως, τα συμπεράσματα δεν μπορούν να επεκταθούν αυτόματα σε όλα τα διεγερτικά φάρμακα.
Επιπλέον, η εργασία εστιάζει σε παιδιά και εφήβους, όχι σε ενήλικες που διαγιγνώσκονται αργότερα με ΔΕΠΥ. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των ενηλίκων που λαμβάνουν διάγνωση και θεραπεία, οι επιστήμονες παραδέχονται ότι δεν είναι ακόμη σαφές αν τα ίδια ευρήματα ισχύουν και για αυτούς. Με άλλα λόγια, η μελέτη προσφέρει ισχυρή τεκμηρίωση για ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο θεραπείας, αλλά δεν κλείνει οριστικά τη συζήτηση για όλες τις ηλικίες και όλα τα φάρμακα.
Ένα εύρημα που αλλάζει τη συζήτηση για τη ΔΕΠΥ
Η νέα αυτή μελέτη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην κατανόηση της μακροχρόνιας ασφάλειας των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ. Αντί να ενισχύει τους φόβους για πιθανή πρόκληση ψύχωσης, δείχνει ότι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο φάρμακο στην παιδική ηλικία δεν φαίνεται να αυξάνει τον σχετικό κίνδυνο και ίσως, όταν χορηγείται νωρίς, να σχετίζεται με καλύτερη μακροπρόθεσμη έκβαση.
Για γονείς, γιατρούς και ειδικούς ψυχικής υγείας, το μήνυμα είναι ουσιαστικό: η απόφαση για θεραπεία πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι σε παλιές υποθέσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Και τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι, στην περίπτωση της μεθυλφαινιδάτης, η μακροχρόνια εικόνα είναι πιο καθησυχαστική από όσο πίστευαν πολλοί μέχρι σήμερα.
Πηγή: Pagenews.gr
