Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες στη Δανία, που έγινε στον απόηχο της έντασης γύρω από τη Γροιλανδία, δεν έδωσε στην Μέτε Φρεντέρικσεν την καθαρή πολιτική εντολή που αναζητούσε. Αντίθετα, οι Σοσιαλδημοκράτες υπέστησαν σημαντικές απώλειες, καταγράφοντας το χειρότερο αποτέλεσμά τους από τις αρχές του 20ού αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, η πρωθυπουργός παραμένει σε θέση να διεκδικήσει τρίτη θητεία, καθώς κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ δεν εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το πολιτικό σκηνικό που προέκυψε είναι εξαιρετικά κατακερματισμένο.
Οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν πρώτοι με περίπου 21,9% των ψήφων και 38 έδρες στο κοινοβούλιο των 179 μελών, όμως το αποτέλεσμα αυτό απέχει αισθητά από προηγούμενες επιδόσεις τους και θεωρείται ιστορικά χαμηλό. Το κεντροαριστερό μπλοκ έφτασε συνολικά τις 84 έδρες, ενώ το κεντροδεξιό στρατόπεδο κινήθηκε στις 77, με αποτέλεσμα κανείς να μη φτάνει το όριο των 90 εδρών που απαιτείται για πλειοψηφία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το κόμμα των Moderates του ΥΠΕΞ Λαρς Λόκε Ράσμουσεν, με 14 έδρες, μετατρέπεται σε ρυθμιστή των εξελίξεων.
Η Φρεντέρικσεν πληγώθηκε, αλλά δεν βγήκε εκτός παιχνιδιού
Παρά την εκλογική υποχώρηση, η Μέτε Φρεντέρικσεν έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι παραμένει έτοιμη να αναλάβει ξανά την ευθύνη της διακυβέρνησης. Η ίδια αναγνώρισε ότι οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης θα είναι δύσκολες, ωστόσο το γεγονός ότι το κόμμα της παραμένει η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη τής επιτρέπει να παραμείνει βασική διεκδικήτρια της πρωθυπουργίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος ήρθε πρώτος, αλλά ποιος μπορεί να χτίσει μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε ένα περιβάλλον όπου οι κομματικές ισορροπίες είναι λεπτές και οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε αριστερά και δεξιά έχουν θολώσει.
Η εικόνα αυτή θυμίζει όλο και περισσότερο άλλες ευρωπαϊκές χώρες με έντονο πολιτικό κατακερματισμό, όπου η πρωτιά στις κάλπες δεν εγγυάται αυτομάτως κυβερνητική σταθερότητα. Στη Δανία, 12 κόμματα μπαίνουν στο κοινοβούλιο και μόλις τρία ξεπερνούν το 10%, κάτι που δείχνει πόσο πολύπλοκο είναι το νέο πολιτικό τοπίο. Η πολυδιάσπαση αυτή κάνει τις μετεκλογικές διεργασίες ακόμη πιο δύσκολες και ενισχύει το βάρος των κεντρώων δυνάμεων.
Οι Μετριοπαθείς του Λαρς Λόκε Ράσμουσεν κρατούν το κλειδί
Ο μεγάλος κερδισμένος της επόμενης ημέρας δεν είναι απαραίτητα το κόμμα που ήρθε πρώτο, αλλά εκείνο που μπορεί να καθορίσει ποιος θα κυβερνήσει. Σε αυτή την περίπτωση, ο ρόλος αυτός ανήκει ξεκάθαρα στον Λαρς Λόκε Ράσμουσεν και στους Moderates. Ο πρώην πρωθυπουργός και νυν υπουργός Εξωτερικών βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των σεναρίων, καθώς χωρίς τη στήριξη ή τη συμμετοχή του είναι εξαιρετικά δύσκολο να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση.
Ο Ράσμουσεν έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι επιθυμεί μια πιο κεντρώα λύση, καλώντας τις πολιτικές δυνάμεις να «συναντηθούν στη μέση». Την ίδια στιγμή, έχει αποκλείσει ορισμένα σενάρια που θα στηρίζονταν σε ακραίες εξαρτήσεις, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών τόσο της Φρεντέρικσεν όσο και της δεξιάς αντιπολίτευσης. Ουσιαστικά, οι Μετριοπαθείς μπορούν να δώσουν ώθηση είτε σε ένα νέο κεντρώο σχήμα είτε σε μια πιο ευρεία διακομματική λύση, εφόσον διασφαλιστεί πολιτική σταθερότητα.
Η Venstre απορρίπτει επιστροφή στην κυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες
Ένα από τα πιο ηχηρά μηνύματα της βραδιάς ήρθε από τους Φιλελεύθερους της Venstre. Το κόμμα γνώρισε το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του και ο αρχηγός του, Τρόελς Λουντ Πόουλσεν, ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμεί επιστροφή σε κυβερνητική συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες. Η δήλωση αυτή περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση, καθώς αφαιρεί από τη Φρεντέρικσεν έναν πιθανό εταίρο του προηγούμενου σχήματος εξουσίας.
Ο Πόουλσεν άφησε ανοιχτό είτε το ενδεχόμενο συνεννόησης με άλλες κεντροδεξιές δυνάμεις είτε την επιλογή της αντιπολίτευσης, ώστε το κόμμα του να ανασυνταχθεί πολιτικά. Αυτό σημαίνει ότι το μοντέλο της προηγούμενης διακομματικής κυβέρνησης δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Η κόπωση που προκάλεσε στους Φιλελεύθερους η συμμετοχή τους σε κυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες αποτυπώθηκε και στην κάλπη, γεγονός που επηρεάζει καθοριστικά τις επόμενες κινήσεις τους.
Η Γροιλανδία δεν έφερε το πολιτικό όφελος που αναμενόταν
Η επιλογή της Φρεντέρικσεν να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με τις εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία και με την προσπάθειά της να εμφανιστεί ως σταθερή και αποφασιστική ηγέτιδα σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δεν φαίνεται να απέδωσε όσο ανέμενε η κυβέρνησή της. Παρά τη διεθνή προβολή που έλαβε το θέμα της Γροιλανδίας, οι Δανοί ψηφοφόροι έδειξαν ότι είχαν στραμμένη την προσοχή τους κυρίως σε εσωτερικά ζητήματα, όπως το κόστος ζωής, η φορολογία, η κοινωνική πολιτική, η παιδεία και η μετανάστευση.
Αυτή η μετατόπιση του ενδιαφέροντος εξηγεί εν μέρει γιατί η Φρεντέρικσεν, παρά το διεθνές προφίλ της, δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την εικόνα της στο εξωτερικό. Η προεκλογική εκστρατεία αποδείχθηκε τελικά πολύ πιο επηρεασμένη από την καθημερινότητα των πολιτών παρά από τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα. Έτσι, η πρόωρη κάλπη που υποτίθεται ότι θα ενίσχυε τη θέση της, κατέληξε να τη φέρει αντιμέτωπη με μια ιστορική πτώση.
Το νέο πολιτικό τοπίο στη Δανία
Το αποτέλεσμα των εκλογών δείχνει ότι η Δανία περνά σε μια νέα φάση πολιτικής ρευστότητας. Οι παραδοσιακές ισορροπίες ανάμεσα στο «κόκκινο» και το «μπλε» μπλοκ δεν αρκούν πλέον για να εξηγήσουν τις πολιτικές εξελίξεις. Η ενίσχυση μικρότερων κομμάτων, η μετακίνηση ψηφοφόρων προς νέες πολιτικές εκφράσεις και η αδυναμία των μεγάλων παρατάξεων να επιβληθούν με άνεση συνθέτουν μια εικόνα πιο σύνθετη και απρόβλεπτη.
Για τη Φρεντέρικσεν, η επόμενη ημέρα είναι ταυτόχρονα δύσκολη και ανοιχτή. Από τη μία πλευρά, η κάλπη την αποδυνάμωσε καθαρά. Από την άλλη, η διάσπαση του πολιτικού σκηνικού και η απουσία εναλλακτικής πλειοψηφίας την κρατούν στο παιχνίδι της εξουσίας. Το αν θα μετατρέψει αυτή τη συγκυρία σε τρίτη θητεία θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να διαχειριστεί τις ισορροπίες, να προσεγγίσει το κέντρο και να πείσει ότι παραμένει η πιο αξιόπιστη λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Πηγή: Pagenews.gr
