Σε μια παρέμβαση που προκαλεί συζήτηση και πολιτικές ζυμώσεις, ο Γιάννης Ραγκούσης, πρώην υπουργός Εσωτερικών και ιστορικό στέλεχος του χώρου της κεντροαριστεράς, επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο μία βαθιά μεταρρυθμιστική πρόταση για το ελληνικό εκλογικό σύστημα: μια νέα «εκλογική αρχιτεκτονική» βασισμένη σε μονοεδρικές περιφέρειες, συνδυασμένη με ευρείες πολυεδρικές για να διασφαλίζει αναλογικότητα και αντιπροσωπευτικότητα.
«Μια μικρή επανάσταση για το πολιτικό σύστημα και όχι πάλι μια υπεκφυγή» δηλώνει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς μεμονωμένες υποθέσεις πελατειακού χαρακτήρα, αλλά ο τρόπος που η λαϊκή βούληση μετασχηματίζεται σε πολιτική εξουσία. Αντίθετα, λέει, το εκλογικό σύστημα που έχουμε σήμερα λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής πελατειακών λογικών – ένα «εργαστήριο πολιτικής παραγωγής» που φέρνει επαναλαμβανόμενα τα ίδια αποτελέσματα.
Η πρόταση που ανατρέπει τα συνηθισμένα
Σύμφωνα με τη δική του οπτική:
- Η Βουλή των 250 βουλευτών θα αποτελείται από 150 μονοεδρικούς και 100 σε 11 μείζονες πολυεδρικές περιφέρειες – μια παραλλαγή του γερμανικού συστήματος, που συνδυάζει προσωπική αναφορά και αναλογικότητα.
- Σε περίπτωση αύξησης ως τις 300 έδρες (το ανώτατο συνταγματικό όριο), οι επιπλέον 50 έδρες θα χρησιμοποιούνται αντισταθμιστικά ώστε να τιθασεύουν πιθανές ανισορροπίες υπερεκπροσώπησης του πρώτου κόμματος – ευφυές εργαλείο διόρθωσης, αν και όχι απαλλαγμένο από προκλήσεις.
- Το όριο θητείας των βουλευτών στις μονοεδρικές περιορίζεται στα 12 χρόνια για να διασφαλιστεί ανανέωση και λογοδοσία, εκτός των Πρωθυπουργών.
Πελατειακός παλιόκοσμος ή νέα αντίληψη δημοκρατίας;
Στο κέντρο της επιχειρηματολογίας του είναι ότι το σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών ενισχύει τη σχέση ψηφοφόρου – βουλευτή, περιορίζει τον ρόλο των «σταυρών προτίμησης» και των κομματικών μηχανισμών εκλογής, και καθιστά τον πολιτικό πιο άμεσα υπεύθυνο απέναντι στους πολίτες του. Σε τέτοιο σύστημα, υποστηρίζει, κανένας βουλευτής δεν θα εκλέγεται επειδή «καλείται» από τα ΜΜΕ ή από κομματικά επιτελεία, αλλά επειδή έχει πραγματική επαφή και αναγνωρισιμότητα στην περιοχή του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά στις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού DNA, όπως ο πελατειακός χαρακτήρας και η δημαγωγία – ζητήματα που φάνηκαν να επανέρχονται στο επίκεντρο με αφορμή πρόσφατες πολιτικές αναταράξεις όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης.
Αναλογικότητα και ρεαλισμός
Παρότι η πρόταση αναφέρεται ως παραλλαγή ξένων επιτυχημένων συστημάτων, όπως σε ΗΠΑ, Γερμανία ή Ηνωμένο Βασίλειο, όπου κατά κύριο λόγο είναι μονοεδρικές οι περιφέρειες, η πρόκληση στην υιοθέτηση μίας τέτοιας λύσης στην Ελλάδα είναι η διασφάλιση της πραγματικής αναλογικής εκπροσώπησης όλων των κομμάτων και η αποφυγή φαινομένων gerrymandering ή ρηχής αντιπροσώπευσης.
Ποιοι κερδίζουν; Ποιοι χάνουν;
Από μία «light παραπολιτική οπτική», η πρόταση Ραγκούση:
- Τροφοδοτεί τη συζήτηση περί θεμελιώδους αλλαγής πολιτικού συστήματος, επιστρέφοντας το εκλογικό σύστημα στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου σε μια περίοδο έντονων πολιτικών εντάσεων.
- Απειλεί τις παραδοσιακές κομματικές ιεραρχίες, ιδίως σε κόμματα που στηρίζονται σε ισχυρά κομματικά μηχανισμούς και πελατειακά δίκτυα.
- Ενισχύει την εικόνα ενός πιο άμεσου δημοκρατικού συστήματος όπου ο «άνθρωπος της γειτονιάς» μπορεί να σταθεί απέναντι σε πολιτικούς μηχανισμούς.
- Παράλληλα, ανοίγει νέο πεδίο αντιπαράθεσης με κόμματα που δεν βλέπουν με καλό μάτι την κατάργηση του σταυρού προτίμησης ή την αλλαγή των δομών που τους προσφέρουν εκλογική σταθερότητα.
Με την Ελλάδα να εξελίσσεται σε ένα πολιτικό περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις – από την αναζήτηση νέων ισορροπιών στην εκπροσώπηση μέχρι την αμφισβήτηση παγιωμένων πρακτικών – η παρέμβαση του Ραγκούση δεν είναι απλώς μια τεχνική πρόταση εκλογικού νόμου. Είναι ένα κάλεσμα σε βαθύτερη θεσμική αναθεώρηση που αναζητά έναν πιο «θεσμικό» δρόμο για τη δημοκρατική ανανέωση της χώρας.
Πηγή: pagenews.gr
