Πίσω από την αποχώρηση δεν βρίσκεται μόνο η μεταβολή των συνθηκών εντός της Συρίας, αλλά και η βαθύτερη μετατόπιση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια, το κέντρο βάρους της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή μετακινήθηκε από την αποκλειστική αντιμετώπιση των τζιχαντιστικών οργανώσεων στην ευρύτερη στρατηγική ανάσχεσης του Ιράν και των περιφερειακών του δικτύων. Η αμερικανική παρουσία στις βάσεις της Συρίας είχε αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου και δεύτερο ρόλο: την παρακολούθηση και αποτροπή της μεταφοράς οπλικών συστημάτων και υποδομών που, κατά τις ΗΠΑ, μπορούσαν να απειλήσουν το Ισραήλ ή να ενισχύσουν φιλοϊρανικούς σχηματισμούς.
Η απόφαση αυτή, ωστόσο, δεν ήταν γραμμική ούτε απλή. Ήδη από την πρώτη του θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιχειρήσει δύο φορές να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη Συρία, όμως και στις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις εκείνες ανετράπησαν υπό το βάρος στρατιωτικών, πολιτικών και περιφερειακών ανησυχιών. Η τελική αποχώρηση που ολοκληρώθηκε αυτή την εβδομάδα ήρθε έπειτα από μια περίπου ετήσια διαδικασία, η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, διακόπηκε επανειλημμένα λόγω φόβων για αστάθεια στο εσωτερικό της χώρας και για τον κίνδυνο διαφυγής χιλιάδων κρατουμένων του ISIS από πρόχειρες φυλακές στη βορειοανατολική Συρία.
Καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις φέρεται να έπαιξαν οι πολιτικές αλλαγές στη Δαμασκό μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ το 2024, αλλά και η νέα σχέση που επιχείρησε να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον με τον νέο πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σαράα. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, η αμερικανική ηγεσία θεώρησε ότι έχει ανοίξει ένα νέο παράθυρο συνεργασίας, το οποίο επέτρεψε τη σταδιακή μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εδαφικού ελέγχου στις δυνάμεις της Δαμασκού. Αυτή η μεταβολή δεν είχε μόνο στρατιωτικό χαρακτήρα, αλλά και σαφές πολιτικό αποτύπωμα, καθώς ερμηνεύεται ως ένδειξη επαναπροσδιορισμού των σχέσεων ΗΠΑ – Συρίας σε μια εξαιρετικά ρευστή περίοδο.
Το παρασκήνιο της αποχώρησης περιλάμβανε και σοβαρά περιστατικά ασφαλείας. Αμερικανικά δημοσιεύματα ανέφεραν ότι στα τέλη του περασμένου έτους ένοπλος που φερόταν να συνδέεται με το συριακό υπουργείο Εσωτερικών επιτέθηκε σε συνάντηση συντονισμού στην Παλμύρα, σκοτώνοντας δύο στρατιώτες της Εθνοφρουράς της Αϊόβα και έναν Τουρκοαμερικανό διερμηνέα. Ακολούθησε, τον Ιανουάριο, αιφνιδιαστική επιχείρηση των συριακών δυνάμεων για την ανάκτηση ελέγχου στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας από κουρδικές δυνάμεις που είχαν στηριχθεί επί χρόνια από τις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις αυτές επιτάχυναν το σχέδιο αποχώρησης και οδήγησαν ακόμη και σε έκτακτη αερογέφυρα μεταφοράς χιλιάδων κρατουμένων του ISIS προς κρατικές εγκαταστάσεις στο Ιράκ.
Παρά την αποχώρηση από τις βάσεις, η αμερικανική εμπλοκή δεν μηδενίζεται πλήρως. Αμερικανοί αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να συνεργάζονται με το υπουργείο Εσωτερικών της Δαμασκού για την παρακολούθηση των υπολειμμάτων του ISIS, ενώ η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να θεωρεί αναγκαία τη στήριξη τοπικών αντιτρομοκρατικών δυνάμεων. Ενδεικτικό είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ ζητά 130 εκατ. δολάρια για την επόμενη δημοσιονομική χρονιά, προκειμένου να συνεχιστεί η χρηματοδότηση τοπικών σχηματισμών που συμμετέχουν στις επιχειρήσεις κατά του ISIS στη Συρία, ποσό ίσο με εκείνο που είχε εγκρίνει το Κογκρέσο και για την τρέχουσα χρονιά.
Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ισορροπία δυνάμεων στη μεταπολεμική Συρία. Η απουσία αμερικανικών στρατευμάτων από το έδαφος αφαιρεί έναν άμεσο μοχλό επιρροής των ΗΠΑ, την ώρα που η Δαμασκός επιχειρεί να επανακτήσει πλήρως τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και των ασταθών περιοχών της χώρας. Ταυτόχρονα, η αμερικανική αποχώρηση ερμηνεύεται και ως μήνυμα προς ολόκληρη την περιοχή ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει πιο ευέλικτες μορφές παρέμβασης, με λιγότερο στρατιωτικό αποτύπωμα στο έδαφος και μεγαλύτερη εξάρτηση από συνεργασίες, επιτήρηση και στοχευμένη χρηματοδότηση.
Για τη Μέση Ανατολή, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συρία δεν είναι απλώς μια επιχειρησιακή μεταβολή. Είναι μια εξέλιξη με ευρύτερο γεωπολιτικό βάθος, που επηρεάζει τη Δαμασκό, τις κουρδικές δυνάμεις, το Ιράκ, το Ιράν, το Ισραήλ και συνολικά τη δυτική στρατηγική στην περιοχή. Το αν η νέα αυτή φάση θα οδηγήσει σε σταθερότητα ή σε νέο κύκλο αβεβαιότητας, θα κριθεί από το κατά πόσο οι τοπικοί και διεθνείς παίκτες μπορούν να διαχειριστούν το κενό που αφήνει πίσω της μια δεκαετής αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Πηγή: Pagenews.gr
