Κόσμος

G7 και παγκόσμια πείνα: Γιατί τα σχολικά γεύματα γίνονται κρίσιμο ζήτημα

G7 και παγκόσμια πείνα: Γιατί τα σχολικά γεύματα γίνονται κρίσιμο ζήτημα
Η κρίση στη διεθνή βοήθεια, οι στόχοι του ΟΗΕ που απομακρύνονται και η πρόταση για μια νέα παγκόσμια στρατηγική

Η παγκόσμια μάχη κατά της φτώχειας και της πείνας βρίσκεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία των τελευταίων δεκαετιών. Οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ για το 2030, που κάποτε έμοιαζαν με ρεαλιστικό σχέδιο για έναν κόσμο χωρίς ακραία φτώχεια και πείνα, σήμερα μοιάζουν όλο και πιο δύσκολο να επιτευχθούν.

Οι διεθνείς προϋπολογισμοί αναπτυξιακής βοήθειας μειώνονται, η πολυμερής συνεργασία δέχεται πιέσεις και οι γεωπολιτικές κρίσεις αναδιαμορφώνουν τις προτεραιότητες των ισχυρών οικονομιών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναπτύσσεται ένα νέο επιχείρημα: ότι τα σχολικά γεύματα ίσως αποτελούν ένα από τα πιο άμεσα και αποτελεσματικά εργαλεία αντιμετώπισης της παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης.

Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει τη Σύνοδο των χωρών του G7, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Évian-les-Bains.

Οι στόχοι του ΟΗΕ απομακρύνονται

Η πρόοδος προς την εξάλειψη της ακραίας φτώχειας έχει επιβραδυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έως το 2030 περίπου 582 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να ζουν σε συνθήκες πείνας, αριθμός υψηλότερος σε σχέση με το 2015, όταν υιοθετήθηκαν οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ.

Οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η αστάθεια στις διεθνείς αγορές ενισχύουν περαιτέρω τις πιέσεις, ιδιαίτερα στις φτωχότερες χώρες.

Η κατάσταση δημιουργεί ερωτήματα για τον ρόλο των πλουσιότερων κρατών και το κατά πόσο η διεθνής αλληλεγγύη παραμένει πραγματική προτεραιότητα.

Γιατί τα σχολικά γεύματα θεωρούνται στρατηγικό εργαλείο

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που αναπτύσσονται ενόψει της συνόδου του G7 είναι ότι η επέκταση προγραμμάτων σχολικής σίτισης μπορεί να προσφέρει πολλαπλά οφέλη ταυτόχρονα.

Σήμερα, περίπου 266 εκατομμύρια παιδιά σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος παραμένουν εκτός προγραμμάτων σχολικών γευμάτων. Πολλά από αυτά είτε δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν μαθήματα λόγω πείνας είτε εγκαταλείπουν την εκπαίδευση για εργασία.

Η παροχή θρεπτικών γευμάτων στα σχολεία συνδέεται με:

βελτίωση της φοίτησης, μείωση εγκατάλειψης σχολείου, καλύτερες μαθησιακές επιδόσεις, ενίσχυση της διατροφικής ασφάλειας και προστασία ευάλωτων οικογενειών σε περιόδους κρίσης.

Τα σχολικά γεύματα αντιμετωπίζονται πλέον όχι μόνο ως κοινωνική πολιτική, αλλά και ως επένδυση στην υγεία, την εκπαίδευση και τη μελλοντική παραγωγικότητα.

Η σύνδεση με την παγκόσμια διατροφική κρίση και την παιδική παχυσαρκία

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η σημασία των σχολικών γευμάτων ξεπερνά την καταπολέμηση της πείνας. Σε πολλές χώρες αυξάνεται η ανησυχία για δίαιτες πλούσιες σε υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, ζάχαρη και κορεσμένα λιπαρά.

Η παιδική παχυσαρκία εξελίσσεται σε παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας και τα σχολεία θεωρούνται βασικός χώρος διαμόρφωσης διατροφικών συνηθειών.

Συνδυαστικά με εκπαιδευτικά προγράμματα και πολιτικές περιορισμού ανθυγιεινών τροφίμων, τα σχολικά γεύματα θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία πιο υγιών γενεών.

Πώς τα προγράμματα σίτισης μπορούν να στηρίξουν και την αγροτική παραγωγή

Τα προγράμματα σχολικών γευμάτων μπορούν επίσης να επηρεάσουν την τοπική οικονομία και τη γεωργία.

Στη Βραζιλία, για παράδειγμα, το εθνικό πρόγραμμα σχολικής σίτισης συνδέεται με τη στρατηγική μηδενικής πείνας του προέδρου Luiz Inácio Lula da Silva και προβλέπει ότι ποσοστό των προμηθειών προέρχεται από μικρούς αγρότες.

Ανάλογες πολιτικές μπορούν να στηρίξουν:

τη μείωση αγροτικής φτώχειας, τη βιώσιμη γεωργία, την προστασία βιοποικιλότητας και τη μετάβαση σε πιο φιλικά προς το περιβάλλον μοντέλα παραγωγής.

Παραδείγματα χωρών που επεκτείνουν τα προγράμματα

Η Ινδονησία έχει αναπτύξει μέσα σε δύο χρόνια πρόγραμμα που παρέχει γεύματα σε δεκάδες εκατομμύρια παιδιά και εγκύους, με στόχο περαιτέρω επέκταση έως το 2029.

Παράλληλα, χώρες όπως η Ρουάντα, η Αιθιοπία, η Γκάνα, η Καμπότζη και το Μπανγκλαντές προχωρούν σε σχέδια διεύρυνσης αντίστοιχων προγραμμάτων.

Η School Meals Coalition, στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από 100 χώρες, επιδιώκει κάθε παιδί να έχει πρόσβαση σε θρεπτικό σχολικό γεύμα έως το 2030.

Ο ρόλος της Παγκόσμιας Τράπεζας και των χωρών του G7

Ένα από τα βασικά ζητήματα που τίθενται είναι η χρηματοδότηση. Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν υψηλό χρέος, χαμηλή ανάπτυξη και αυξημένες τιμές τροφίμων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ενίσχυσης εθνικών προγραμμάτων.

Η World Bank καλείται να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο, καθώς παραμένει σημαντική πηγή χρηματοδότησης για φτωχότερες οικονομίες.

Παράλληλα, ασκείται πίεση προς τις χώρες του G7 να αυξήσουν τον αντίκτυπο της αναπτυξιακής βοήθειας και να υιοθετήσουν πιο συντονισμένες στρατηγικές.

Η πρόκληση για τις πλουσιότερες οικονομίες

Τα κράτη του G7 βρίσκονται αντιμέτωπα και με κριτική για σημαντικές μειώσεις στη διεθνή βοήθεια. Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες, οι δημοσιονομικές πιέσεις και η πολιτική αμφισβήτηση των προγραμμάτων βοήθειας έχουν περιορίσει τη χρηματοδότηση.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές των προγραμμάτων σχολικής σίτισης υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μία από τις λίγες παρεμβάσεις που μπορούν να συγκεντρώσουν ευρεία πολιτική αποδοχή και ταυτόχρονα να προσφέρουν άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα.

Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν οι ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου θα μετατρέψουν τις διακηρύξεις αλληλεγγύης σε πρακτικές δεσμεύσεις ή αν οι στόχοι για την εξάλειψη της πείνας θα συνεχίσουν να απομακρύνονται.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο