Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη 17 Νοέμβρη, με τον Θανάση Κατερινόπουλο να προχωρά σε αποκαλύψεις, όπως ότι ο Σάββας Ξηρός φοβόταν μήπως τον σκοτώσει ο Δημήτρης Κουφοντίνας. Επιπλέον, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη δολοφονία Μπακογιάννη και στις κόντρες εντός της αστυνομίας, που αποτέλεσαν σημαντικούς σταθμούς στην εξάρθρωση της οργάνωσης.
Ο ταξίαρχος εν αποστρατεία της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρέτησε στην αντιτρομοκρατική την περίοδο που μεσουρανούσε η τρομοκρατική οργάνωση, παρουσίασε στις «Αποκαλύψεις» το άγνωστο παρασκήνιο.
«Στο επικοινωνιακό δεν είναι τυχαίο ότι καθιερώθηκε ο εκπρόσωπος Τύπου με τη σύλληψη της 17 Νοέμβρη. Μέχρι τότε, δεν υπήρχε. Υπήρχαν κάποιοι συνάδελφοί σας (δημοσιογράφοι) και κάποια άρθρα σε εφημερίδες κυριακάτικες, όπου επέτρεψέ μου να πω ότι ήταν κατευθυνόμενα για λόγους σκοπιμότητας και δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Θα διαφωνήσω με το τυχαίο όμως, γιατί ήταν θέμα χρόνου».
Ο κ. Κατερινόπουλος τόνισε ότι ολόκληρη η δομή της αστυνομίας άλλαξε για χάρη της 17 Νοέμβρη, με την αντιτρομοκρατική να δημιουργείται επί της ουσίας μετά τη δολοφονία Μπακογιάννη, καθώς τα μεγάλα κόμματα αναγκαστικά παραμέρισαν τις διαφορές τους και συνεννοήθηκαν για να συλληφθούν οι τρομοκράτες.
«Θα ξεκινήσω από τα πρώτα χτυπήματα και την ατμόσφαιρα που υπήρχε τότε. Αυτοί εμφανίστηκαν σαν επαναστάτες κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατά της οικονομικής ελίτ της χώρας κτλ., κάτι που ο λαός ήθελε να ακούει και το άκουγε με χαρά. Από την άλλη βρέθηκαν δύο αστυνομίες (αστυνομία και χωροφυλακή), πολλές υποθέσεις ήταν εδαφικής αρμοδιότητας αστυνομίας πόλεων και άλλες χωροφυλακής».
Επίσης, είπε πως η ενοποίηση της χωροφυλακής με την αστυνομία πόλεων το 1984 αποφασίστηκε, επειδή δεν μπορούσαν να πιάσουν τους τρομοκράτες. Ωστόσο, η ενοποίηση δεν έφερε αμέσως αποτέλεσμα, καθώς υπήρχε έντονη κόντρα ανάμεσα στα δύο σώματα, με αξιωματικούς να παίρνουν κυριολεκτικά μυστικά στον τάφο τους.
«Δεν ήταν τυχαία η ενοποίηση των δύο σωμάτων, αλλά και εκεί υπήρξαν διαμάχες. Ευτυχώς ομονόησαν τα μεγάλα κόμματα μετά τη δολοφονία του Μπακογιάννη. Δεν υπήρχε αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Ό,τι στοιχεία είχε η χωροφυλακή δεν τα έδινε στην αστυνομία πόλεων. Ό,τι στοιχεία είχε η αστυνομία πόλεων δεν τα έδινε στη χωροφυλακή. Έχω να σας πω από πότε ψάχναμε τον Κουφοντίνα.
Το 1992 αποφάσισαν να δημιουργήσουν την αντιτρομοκρατική υπηρεσία που υπάγεται απευθείας στον αρχηγό και όχι στη ΓΑΔΑ. Τελεία και παύλα. Επανδρώθηκε αυτή η υπηρεσία από έξι μικρότερους αξιωματικούς και είχα την τύχη να είμαι μέσα σε αυτούς. Τι κάναμε; Μαζέψαμε ό,τι υπήρχε από όλες τις παλιές υποθέσεις. Ένας που διετέλεσε υπεύθυνος ασφαλείας, πεθαμένος ο άνθρωπος, μας πήρε η γυναίκα του και βρήκαμε ένα μάτσο δικογραφίες, που δεν έδινε για να μην τις πάρουν αξιωματικοί άλλου σώματος. Αυτά τα πράγματα είναι τραγελαφικά.
Αρχίσαμε μια σημαντική δουλειά. Το 1984 είχε γίνει μια έκρηξη, στην Πανόρμου. Υπήρξε μαρτυρική κατάθεση που έδινε στεγνά ότι τοποθέτησε νεαρός τη μάρκα και μπήκε σε αμάξι που ανήκε στον Κουφοντίνα. Πες μου εσύ γιατί δεν προχώρησε…».
Εντούτοις, το γεγονός ότι η 17 Νοέμβρη υπέπιπτε συνεχώς σε λάθη, η μείωση της στήριξης από τον λαό, αλλά και οι τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές που συντελούνταν, έσφιγγαν τον κλοιό γύρω από την οργάνωση, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να έρθει το τέλος της.
«Δεν μιλάω σε πρεπόζιτα»
«Συνελήφθη ως Μιχάλης Οικονόμου… Όταν τον έφερε ο Φώτης Παπαγεωργίου από τους Λειψούς με το ελικόπτερο της Πυροσβεστικής, τον περιμέναμε στην αντιτρομοκρατική. Μόλις πήγαμε να του μιλήσουμε, η απάντησή του ήταν “δεν μιλάω σε πρεπόζιτα” και δεν ξαναμίλησε. Σημαίνει ανώτεροι αξιωματούχοι, κάτι τέτοιο. Είδα έναν άνθρωπο ήρεμο, ψύχραιμο, δεν τον ενδιέφερε τίποτα, σαν να μην τρέχει τίποτα. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Χριστόδουλο Ξηρό».
Η εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη
«Ήμουν σε έναν γάμο συναδέλφου στη Σαρωνίδα. Ο πρώτος που δεχόταν τα τηλέφωνα για τις εκρήξεις και τα υπόλοιπα, ήμουν εγώ. Με παίρνουν τηλέφωνο, έκρηξη στον Πειραιά. Παράτησα τον γάμο, παίρνω τηλέφωνο τους άλλους και τον είχαν πάει στο νοσοκομείο τότε. Παίχτηκε ένα θέμα αν θα αναλάβουμε εμείς ή το Λιμενικό, δεν γινόταν διαφορετικά και τον πήραμε εμείς. Στην πορεία μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό και από εκεί άρχισε η ιστορία. Είχε έναν φόβο όμως, ο άνθρωπος αυτός όλες τις μέρες.
Περιττό να σου πω πως όταν τον κατεβάζαμε στο υπόγειο, φοβόταν τον Κουφοντίνα και το έλεγε ευθέως. Φοβόταν μήπως μπει και τον τελειώσει. Άρχισε να μιλάει, είχε αρκετά κλειδιά πάνω του, κατασχέθηκαν τα κλειδιά, δόθηκαν κάποιες φωτογραφίες στη δημοσιότητα.
Κάποια μέρα ενώ είχε βρεθεί η γιάφκα στη Δαμάρεως, άρχισε ο κόσμος να μιλάει και παίρνει μια γιαγιά από την οδό Πάτμου και λέει αυτόν τον έχω δει στη γειτονιά. Πήγαν στη γιαγιά, τους μίλησε και εντόπισαν τη δεύτερη γιάφκα στην οδό Πάτμου».
Πηγή: pagenews.gr
