Στην Ελλάδα του 2026, ο απλός πολίτης μπορεί να περιμένει πέντε, επτά ή και δέκα χρόνια για να τελεσιδικήσει μια υπόθεσή του. Να τρέχει από αναβολή σε αναβολή, να πληρώνει δικηγόρους, πραγματογνώμονες, παράβολα και μετακινήσεις, να χάνει μεροκάματα και ψυχική αντοχή μέσα σε δικαστικές αίθουσες που συχνά θυμίζουν περισσότερο εγκαταλελειμμένες δημόσιες υπηρεσίες παρά πυλώνες κράτους δικαίου.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την εικόνα διάλυσης, η κυβέρνηση βρήκε τρόπο να ανακαλύψει ξαφνικά την… αξία της γρήγορης Δικαιοσύνης.
Όχι για τους πολίτες.
Όχι για τις χιλιάδες οικογένειες που περιμένουν χρόνια μια απόφαση.
Όχι για τα θύματα εργατικών δυστυχημάτων, ιατρικών λαθών ή οικονομικής καταστροφής.
Αλλά για τους βουλευτές.
Με τροπολογία του υπουργείου Δικαιοσύνης, η κυβέρνηση εισάγει ειδική διαδικασία επιτάχυνσης ποινικών υποθέσεων που αφορούν μέλη του Κοινοβουλίου, προβλέποντας ουσιαστικά fast track εκδίκαση με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και ολοκλήρωση βασικών σταδίων ακόμη και μέσα σε λίγους μήνες.
Η επίσημη αιτιολογία;
Να μην παραμένουν οι βουλευτές «όμηροι» μακροχρόνιων δικαστικών εκκρεμοτήτων που μπορεί να επηρεάζουν την πολιτική ζωή και την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων τους.
Και κάπου εκεί ξεκινά η κοινωνική έκρηξη.
Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων;
Για πρώτη φορά τόσο ωμά, το πολιτικό σύστημα μοιάζει να παραδέχεται ότι η ελληνική Δικαιοσύνη κινείται με ρυθμούς κατάρρευσης — αλλά επιλέγει να λύσει το πρόβλημα μόνο για τον εαυτό του.
Για τον πολίτη που περιμένει χρόνια να δικαιωθεί για μια απόλυση; Καμία fast track διαδικασία. Για τον μικρομεσαίο που καταστρεφόταν περιμένοντας μια εμπορική απόφαση; Καμία προτεραιότητα. Για συγγενείς θυμάτων που αναγκάζονται να ξαναζούν το τραύμα μέσα σε ατελείωτες ακροαματικές διαδικασίες; Καμία επιτάχυνση.
Αλλά όταν η εκκρεμότητα αφορά πολιτικά πρόσωπα, ξαφνικά το κράτος ανακαλύπτει ότι η καθυστέρηση είναι πρόβλημα δημοκρατίας.
Η αντίφαση είναι εκκωφαντική.
Το πολιτικό επιχείρημα — και η κοινωνική πρόκληση
Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι οι βουλευτές, λόγω της δημόσιας έκθεσης και της πολιτικής αντιπαράθεσης, μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο καταγγελιών ή δικαστικών κινήσεων που εργαλειοποιούνται πολιτικά.
Το επιχείρημα δεν είναι αβάσιμο.
Ένας βουλευτής με ανοιχτή ποινική υπόθεση μπορεί να υποστεί πολιτική φθορά πριν καν δικαστεί. Η σκιά μιας εκκρεμότητας αρκεί συχνά για να πλήξει δημόσια πρόσωπα, ανεξαρτήτως τελικής έκβασης.
Όμως εδώ αναδύεται το μεγάλο ερώτημα:
Και ο απλός πολίτης; Εκείνος δεν καταστρέφεται κοινωνικά, επαγγελματικά ή οικονομικά όταν σέρνεται επί χρόνια στα δικαστήρια; Δεν χάνει δουλειές, αξιοπρέπεια, ψυχική ισορροπία και χρήματα επειδή το σύστημα αδυνατεί να αποδώσει έγκαιρα δικαιοσύνη;
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη ρύθμιση ως θεσμικό εξορθολογισμό. Για πολλούς όμως μοιάζει περισσότερο με ακόμη ένα προνόμιο μιας πολιτικής τάξης που νομοθετεί πρωτίστως για τον εαυτό της.
Το βαθύτερο πρόβλημα που κανείς δεν αγγίζει
Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό δικαστικό σύστημα ασφυκτιά εδώ και δεκαετίες.
Υποστελέχωση. Χάος στις γραμματείες. Δικαστήρια χωρίς βασικές υποδομές. Αναβολές επί αναβολών. Δικογραφίες που στοιβάζονται. Υποθέσεις που παραγράφονται πριν φτάσουν στην ουσία.
Κάθε κυβέρνηση υπόσχεται «επιτάχυνση απονομής Δικαιοσύνης». Κάθε υπουργός Δικαιοσύνης μιλά για μεταρρυθμίσεις. Και κάθε φορά, το σύστημα επιστρέφει στην ίδια εικόνα παράλυσης.
Το ακόμη πιο ειρωνικό; Οι μεγαλύτερες πιέσεις για ταχύτερη Δικαιοσύνη δεν ήρθαν μόνο από την κοινωνία αλλά και από ξένους επενδυτές, που βλέπουν την Ελλάδα ως χώρα υψηλού νομικού ρίσκου λόγω των αργών δικαστικών διαδικασιών.
Για χρόνια ακούμε ότι η χώρα χρειάζεται γρήγορες αποφάσεις για να γίνει “επενδυτικά φιλική”.
Τελικά, η πρώτη πραγματικά fast track μεταρρύθμιση φαίνεται πως αφορά… τους πολιτικούς.
«Νόμιμο» ίσως — ηθικό όμως;
Νομικοί κύκλοι ήδη συζητούν κατά πόσο η διαφορετική μεταχείριση βουλευτών έναντι των υπόλοιπων πολιτών εγείρει ζητήματα ισότητας απέναντι στον νόμο.
Πολιτικά, η κυβέρνηση πιθανόν θεωρεί ότι προστατεύει τη σταθερότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος. Κοινωνικά όμως, η εικόνα που εκπέμπεται είναι εντελώς διαφορετική:
Μια πολιτική ελίτ που, ενώ αναγνωρίζει ότι η Δικαιοσύνη καθυστερεί δραματικά, επιλέγει να δημιουργήσει “λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας” μόνο για τα δικά της μέλη.
Και αυτό, σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί να ακούει για ισότητα, θεσμούς και κράτος δικαίου μόνο στα λόγια, ακούγεται όχι απλώς προκλητικό.
Ακούγεται βαθιά άδικο.
Πηγή: pagenews.gr
