«ΣΤΑΜΑΤΑ ΤΩΡΑ!» – Η ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΡΗΓΜΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
Για δεκαετίες, καμία σχέση ξένου ηγέτη με Αμερικανό πρόεδρο δεν θεωρήθηκε πιο στενή από εκείνη του Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Σήμερα όμως, η εικόνα αυτή εμφανίζει σοβαρές ρωγμές.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος επιβεβαίωσε δημοσίως ότι είχε μια εξαιρετικά έντονη τηλεφωνική συνομιλία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό σχετικά με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, επιβεβαιώνοντας αποκαλύψεις που είχαν προηγουμένως δημοσιευθεί από αμερικανικά μέσα.
Η επιβεβαίωση αυτή δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια παρασκηνίου.
Αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρη ένδειξη μέχρι σήμερα ότι η στρατηγική σύμπλευση Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ δοκιμάζεται σοβαρά από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Ο ΤΡΑΜΠ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΕΟ ΜΕΤΩΠΟ
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επιβεβαίωσε ο Λευκός Οίκος, ο Τραμπ αντέδρασε έντονα όταν ενημερώθηκε για νέες ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ.
Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η προτεραιότητα είναι σαφής:
Να αποτραπεί η μετατροπή της κρίσης του Λιβάνου σε γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο που θα μπορούσε να εμπλέξει άμεσα το Ιράν και να τινάξει στον αέρα τις ευρύτερες διπλωματικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον.
Η κυβέρνηση Τραμπ επενδύει πολιτικά στην εικόνα του ηγέτη που μπορεί να επιβάλει αποκλιμάκωση χωρίς να εγκαταλείπει τους συμμάχους της Αμερικής.
Κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση από το Ισραήλ υπονομεύει αυτή τη στρατηγική.
Ο ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εντελώς διαφορετική πολιτική εξίσωση.
Στο βόρειο Ισραήλ, όπου οι επιθέσεις της Χεζμπολάχ έχουν προκαλέσει νεκρούς, εκτοπισμούς και σοβαρή οικονομική καταστροφή, η πίεση προς την κυβέρνηση δεν είναι για αποκλιμάκωση αλλά για ακόμη πιο σκληρή στρατιωτική δράση.
Πολλοί ψηφοφόροι θεωρούν ότι η Χεζμπολάχ πρέπει να εξουδετερωθεί πλήρως και ότι οποιαδήποτε εκεχειρία χωρίς ουσιαστικό αφοπλισμό της οργάνωσης συνιστά στρατηγικό λάθος.
Έτσι, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στις απαιτήσεις του σημαντικότερου συμμάχου του και στις προσδοκίες της εκλογικής του βάσης.
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΝ
Το πραγματικό επίκεντρο της διαφωνίας δεν είναι ο Λίβανος.
Είναι το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους διαπραγμάτευσης με την Τεχεράνη και να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση που θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή, από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Το Ισραήλ, αντίθετα, αντιμετωπίζει τη Χεζμπολάχ ως βασικό εργαλείο της ιρανικής στρατηγικής και θεωρεί ότι οποιαδήποτε χαλάρωση της πίεσης επιτρέπει στην Τεχεράνη να ανασυντάξει τις δυνάμεις της.
Η διαφορά αυτή δεν είναι τακτική.
Είναι βαθιά στρατηγική.
Και γι’ αυτό η ένταση μεταξύ των δύο ηγετών αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ
Η σχέση Τραμπ – Νετανιάχου βασίστηκε επί χρόνια στην προσωπική χημεία και στην κοινή αντίληψη περί ασφάλειας.
Όμως οι τελευταίοι μήνες έχουν αποδείξει ότι ακόμη και οι στενότερες πολιτικές συμμαχίες έχουν όρια όταν συγκρούονται εθνικά συμφέροντα.
Η δημόσια παραδοχή του Τραμπ ότι επέπληξε τον Νετανιάχου αποτελεί σπάνιο γεγονός για δύο ηγέτες που συνήθως φρόντιζαν να εμφανίζουν ενιαίο μέτωπο.
Στην Ουάσιγκτον, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η επιλογή του Αμερικανού προέδρου να δημοσιοποιήσει την ένταση ήταν συνειδητή.
Στόχος ήταν να στείλει μήνυμα τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς το Ιράν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός διαμορφωτής των εξελίξεων.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπήρξε ένταση ανάμεσα στους δύο ηγέτες.
Αυτό έχει ήδη επιβεβαιωθεί.
Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για μια προσωρινή διαφωνία ή για την αρχή μιας βαθύτερης στρατηγικής απόκλισης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Εάν οι συγκρούσεις στον Λίβανο αναζωπυρωθούν ή αν η αντιπαράθεση με το Ιράν εισέλθει σε νέα φάση, η τηλεφωνική έκρηξη των τελευταίων ημερών μπορεί να αποδειχθεί η πρώτη δημόσια ένδειξη μιας κρίσης που θα επηρεάσει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Γιατί όταν ο Λευκός Οίκος και το Ισραήλ παύουν να μιλούν με μία φωνή, οι γεωπολιτικές συνέπειες σπάνια περιορίζονται μόνο στα σύνορα του Λιβάνου.
