Δεν είναι η ειρήνη που φοβούνται οι αγορές. Είναι το τι θα ακολουθήσει όταν τελειώσει ο πόλεμος.
Ενώ τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας είναι στραμμένα στην ανοιχτή επιστολή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν και στη δημόσια προτροπή του Ντόναλντ Τραμπ για απευθείας συνάντηση των δύο ηγετών, στις ενεργειακές αγορές εξελίσσεται ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι.
Για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες, η συζήτηση δεν αφορά ποιος κερδίζει ή χάνει στο πεδίο της μάχης. Αφορά το ποιος θα ελέγξει την επόμενη ημέρα της ευρασιατικής ενεργειακής αρχιτεκτονικής.
Η επιστολή Ζελένσκι, η επιβεβαίωση του Κρεμλίνου ότι ο Πούτιν ενημερώθηκε προσωπικά για το περιεχόμενό της, οι δηλώσεις του Ρώσου προέδρου περί «συμβιβασμών» και η ταυτόχρονη κινητικότητα σε Ουάσινγκτον και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες συνθέτουν μια εικόνα που υπερβαίνει κατά πολύ το ουκρανικό μέτωπο.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ξεκινούν διαπραγματεύσεις.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος προετοιμάζεται για την αναδιανομή ισχύος που θα ακολουθήσει.
Η αγορά πετρελαίου βλέπει κάτι που οι πολιτικοί αποφεύγουν να πουν
Παρά τον πόλεμο, τις κυρώσεις, τις επιθέσεις σε διυλιστήρια και τις γεωπολιτικές εντάσεις από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τον Περσικό Κόλπο, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου δεν έχουν καταγράψει την εκρηκτική άνοδο που πολλοί προέβλεπαν.
Αυτό έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο κόσμος έχει πλέον μάθει να ζει με τον πόλεμο.
Πρόκειται πιθανότατα για λανθασμένη ανάγνωση.
Οι αγορές δεν τιμολογούν σήμερα την καταστροφή. Τιμολογούν την προσδοκία ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει πολιτική διευθέτηση.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Διότι η λήξη μιας πολεμικής σύγκρουσης δεν σημαίνει απαραίτητα σταθερότητα. Συχνά σημαίνει ανακατανομή συμφερόντων, συγκρούσεις επιρροής και επαναχάραξη οικονομικών ζωνών.
Με άλλα λόγια, η πραγματική ενεργειακή κρίση μπορεί να μην βρίσκεται πίσω μας.
Μπορεί να βρίσκεται μπροστά μας.
Η Ευρώπη επιστρέφει αθόρυβα στο ρωσικό ερώτημα
Τα τελευταία τρία χρόνια η επίσημη γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν σαφής: απεξάρτηση από τη Ρωσία, διαφοροποίηση πηγών και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.
Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία παραμένει αντιμέτωπη με υψηλό ενεργειακό κόστος, η ανταγωνιστικότητα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα πιέζεται, ενώ αρκετές κυβερνήσεις αναζητούν πλέον τρόπους σταδιακής επαναφοράς οικονομικών διαύλων με τη Μόσχα χωρίς να εμφανιστούν πολιτικά εκτεθειμένες.
Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα με τις συζητήσεις για διαπραγματεύσεις επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα του ρωσικού πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των μελλοντικών ενεργειακών ροών προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Πίσω από τις διπλωματικές πρωτοβουλίες διαμορφώνεται ένα δεύτερο τραπέζι διαπραγματεύσεων.
Εκεί όπου συζητούνται αγωγοί, LNG, ναυτιλιακές διαδρομές, διυλιστήρια και στρατηγικές πρώτες ύλες.
Ο Τραμπ και το αμερικανικό δίλημμα
Η δημόσια στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ σε μια συνάντηση Πούτιν–Ζελένσκι δεν αποτελεί μόνο διπλωματική παρέμβαση.
Αντανακλά ένα βαθύτερο αμερικανικό στρατηγικό δίλημμα.
Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την πίεση στη Ρωσία, αλλά ταυτόχρονα θέλει να επικεντρωθεί ολοένα περισσότερο στην αντιπαράθεση με την Κίνα και στη Μέση Ανατολή.
Η συνέχιση ενός ανοιχτού πολέμου στην Ευρώπη δεσμεύει πολιτικό κεφάλαιο, οικονομικούς πόρους και στρατηγική προσοχή.
Γι’ αυτό η αμερικανική ηγεσία εμφανίζεται πρόθυμη να εξετάσει νέα σχήματα διαπραγμάτευσης, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τα βασικά γεωπολιτικά της πλεονεκτήματα.
Το πρόβλημα είναι ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία Ρωσίας–Ουκρανίας θα μπορούσε να ανοίξει τη συζήτηση για την επιστροφή ρωσικών ενεργειακών ποσοτήτων στις παγκόσμιες αγορές.
Και αυτό αλλάζει τις ισορροπίες από το Τέξας μέχρι τη Σαουδική Αραβία.
Η Ρωσία παίζει για πολύ περισσότερα από την Ουκρανία
Για το Κρεμλίνο, οι διαπραγματεύσεις δεν αφορούν αποκλειστικά εδάφη ή γραμμές κατάπαυσης πυρός.
Αφορούν τη θέση της Ρωσίας στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος.
Η Μόσχα γνωρίζει ότι ο μεγαλύτερος μοχλός επιρροής της παραμένει η ενέργεια.
Πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πυρηνική τεχνολογία, πρώτες ύλες και σπάνια μέταλλα συνθέτουν ένα πλέγμα οικονομικής ισχύος που καμία δυτική στρατηγική δεν κατάφερε να εξαλείψει πλήρως.
Γι’ αυτό και ο Πούτιν εμφανίζεται πρόθυμος να κρατήσει ανοικτό το διπλωματικό κανάλι χωρίς να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις απαιτήσεις της Μόσχας.
Η Ρωσία δεν διαπραγματεύεται απλώς το τέλος ενός πολέμου.
Διαπραγματεύεται τους όρους της επιστροφής της.
Η μεγάλη κρίση ίσως αρχίσει όταν πέσουν τα όπλα
Η κυρίαρχη αφήγηση θεωρεί ότι μια ειρηνευτική διαδικασία θα οδηγήσει αυτομάτως σε αποκλιμάκωση των αγορών.
Η ιστορία όμως δείχνει κάτι διαφορετικό.
Οι πιο βίαιες μεταβολές στις ενεργειακές ισορροπίες συμβαίνουν συχνά όταν τελειώνουν οι πόλεμοι και αρχίζουν οι ανακατανομές ισχύος.
Εάν οι συνομιλίες προχωρήσουν, η παγκόσμια αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με κρίσιμα ερωτήματα:
- Πόσο ρωσικό πετρέλαιο θα επιστρέψει στις δυτικές αγορές;
- Ποιες κυρώσεις θα αρθούν και με ποιο χρονοδιάγραμμα;
- Πώς θα αντιδράσει ο OPEC+;
- Ποια θα είναι η στάση της Κίνας;
- Ποιος θα ελέγξει τις ενεργειακές διαδρομές της Ανατολικής Ευρώπης;
Καμία από αυτές τις απαντήσεις δεν είναι δεδομένη.
Και καμία δεν είναι χωρίς κόστος.
Το πραγματικό μήνυμα της επιστολής Ζελένσκι
Η ανοιχτή επιστολή του Ουκρανού προέδρου ίσως καταγραφεί ιστορικά όχι ως η αρχή μιας ειρηνευτικής διαδικασίας αλλά ως το πρώτο δημόσιο σήμα ότι όλοι οι μεγάλοι παίκτες προετοιμάζονται για τη μετά τον πόλεμο εποχή.
Ο Ζελένσκι ζητά απευθείας συνομιλίες.
Ο Πούτιν αποφεύγει να κλείσει την πόρτα.
Ο Τραμπ ενθαρρύνει τη συνάντηση.
Η Ευρώπη αναζητά νέο ρόλο.
Και οι αγορές παρακολουθούν.
Γιατί πίσω από τη διπλωματία, πίσω από τις δηλώσεις και πίσω από τα πρωτοσέλιδα, βρίσκεται το ερώτημα που θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες:
Όχι ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο.
Αλλά ποιος θα ελέγξει την ενέργεια όταν αυτός τελειώσει.
Δείτε την επιστολή ΕΔΩ
Πηγή: pagenews.gr
