Νέο πολιτικό μέτωπο ανοίγει ανάμεσα στην κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ με αφορμή την τροπολογία για τη δημιουργία θέσης μόνιμου υπηρεσιακού υφυπουργού Εξωτερικών.
Η Χαριλάου Τρικούπη καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχωρά σε ακόμη μία θεσμική προσαρμογή στα μέτρα της, κατηγορώντας το Μέγαρο Μαξίμου ότι αλλάζει τον νόμο κάθε φορά που χρειάζεται να εξυπηρετήσει πολιτικές ή εσωκυβερνητικές ισορροπίες.
Το ΠΑΣΟΚ μιλά για ακόμη ένα πλήγμα αξιοπιστίας στο ίδιο το «επιτελικό κράτος», δηλαδή στο μοντέλο διακυβέρνησης που η Νέα Δημοκρατία παρουσίασε ως εμβληματική μεταρρύθμιση από την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής της.
Σύμφωνα με την κριτική του ΠΑΣΟΚ, ο νόμος για το επιτελικό κράτος προβλέπει συγκεκριμένο όριο στις θέσεις αναπληρωτών υπουργών και υφυπουργών ανά υπουργείο.
Το πρόβλημα, όπως σημειώνει η αντιπολίτευση, προέκυψε μετά την τοποθέτηση του Τάσου Χατζηβασιλείου ως υφυπουργού Εξωτερικών αρμόδιου για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Αντί, λοιπόν, να υπάρξει παραίτηση ή αναδιάταξη εντός του υπάρχοντος κυβερνητικού σχήματος, το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι επιλέχθηκε μια άλλη λύση: η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου ώστε να δημιουργηθεί νέα θέση.
Η κατηγορία είναι βαριά: όχι απλώς κυβερνητική διευθέτηση, αλλά αυτοακύρωση του ίδιου του μοντέλου διοίκησης που η κυβέρνηση διαφημίζει ως θεσμική τομή.
Η φράση του ΠΑΣΟΚ είναι ενδεικτική του τόνου της αντιπαράθεσης.
Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τη Χαριλάου Τρικούπη, εφαρμόζει σταθερά τη λογική «αλλάζω τον νόμο για να βολέψω τους δικούς μου».
Πρόκειται για πολιτικό framing που επιχειρεί να συνδέσει τη συγκεκριμένη τροπολογία με ένα ευρύτερο μοτίβο κυβερνητικών χειρισμών: θεσμικές αλλαγές όχι ως προϊόν σχεδιασμού, αλλά ως εργαλεία τακτοποίησης προσώπων και αναγκών της εξουσίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει την υπόθεση της ΕΥΠ και την αλλαγή προϋποθέσεων για την τοποθέτηση του Παναγιώτη Κοντολέοντος, υπενθυμίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει κατηγορηθεί και στο παρελθόν για προσαρμογή κανόνων σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει το ΠΑΣΟΚ στην εκτίμηση ότι η τροπολογία «φωτογραφίζει» την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.
Το κείμενο της ρύθμισης προβλέπει ότι η θέση μπορεί να καλυφθεί από εν ενεργεία πρέσβη ή πρέσβη εκ προσωπικοτήτων που έχει διατελέσει μόνιμος διπλωματικός υπάλληλος με βαθμό πρέσβη.
Για τη Χαριλάου Τρικούπη, η διατύπωση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αντιθέτως, θεωρείται ένδειξη ότι η θέση δημιουργείται για να καλυφθεί από συγκεκριμένο πρόσωπο, αντί να υπηρετεί μια γενική και απρόσωπη θεσμική ανάγκη.
Η κυβέρνηση προβάλλει την ανάγκη συνέχειας στη διοικητική λειτουργία του υπουργείου Εξωτερικών.
Το ΠΑΣΟΚ αντιτείνει ότι η θεσμική συνέχεια δεν μπορεί να γίνεται άλλοθι για προσωποπαγείς ρυθμίσεις.
Η αντιπολίτευση επισημαίνει επίσης ότι η νέα θέση συνεπάγεται πρόσθετο ετήσιο κόστος περίπου 85.000 ευρώ.
Το ποσό μπορεί να μην είναι δημοσιονομικά καθοριστικό, όμως πολιτικά αποκτά σημασία σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επικαλείται διαρκώς δημοσιονομικούς περιορισμούς για κοινωνικές παρεμβάσεις και ενισχύσεις.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί έτσι να συνδέσει τη θεσμική κριτική με το κοινωνικό αίσθημα: όταν οι πολίτες πιέζονται από την ακρίβεια, η δημιουργία νέων κυβερνητικών θέσεων εμφανίζεται ως προκλητική προτεραιότητα.
Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύει το ΠΑΣΟΚ αφορά τη δυνατότητα παραμονής του προσώπου που θα καλύψει τη θέση ακόμη και σε ενδεχόμενη υπηρεσιακή κυβέρνηση.
Η διάσταση αυτή προσδίδει στη ρύθμιση πρόσθετη θεσμική βαρύτητα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, μόνο για μια ακόμη κυβερνητική θέση, αλλά για έναν ρόλο που μπορεί να αποκτήσει συνέχεια πέρα από τον στενό πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης.
Για την αντιπολίτευση, αυτό ενισχύει την ανησυχία ότι η τροπολογία δημιουργεί ένα υβριδικό αξίωμα, ανάμεσα στην πολιτική και την υπηρεσιακή διοίκηση, χωρίς επαρκή θεσμική τεκμηρίωση.
Η υπόθεση έχει μεγαλύτερη σημασία επειδή αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής ταυτότητας.
Το «επιτελικό κράτος» υπήρξε ένα από τα κεντρικά αφηγήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη: λιγότερη ασάφεια, καλύτερος συντονισμός, καθαρότερες αρμοδιότητες, ισχυρότερη διοικητική συνέχεια.
Η κριτική του ΠΑΣΟΚ είναι ότι αυτό το μοντέλο δεν αποδομείται από την αντιπολίτευση, αλλά από τους ίδιους τους δημιουργούς του.
Κάθε εξαίρεση, κάθε τροπολογία της τελευταίας στιγμής, κάθε ρύθμιση που εμφανίζεται να εξυπηρετεί συγκεκριμένα πρόσωπα, υπονομεύει την αξιοπιστία του αρχικού σχεδίου.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο μία θέση στο υπουργείο Εξωτερικών.
Αφορά το εάν η κυβέρνηση μπορεί ακόμη να πείσει ότι οι θεσμικές αλλαγές της υπηρετούν τη δημόσια διοίκηση και όχι την πολιτική διαχείριση του εκάστοτε προβλήματος.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής αντιπολίτευσης, καταγγέλλοντας ότι το κυβερνητικό μοντέλο διοίκησης έχει μετατραπεί σε μηχανισμό εξαιρέσεων.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, αναμένεται να υπερασπιστεί τη ρύθμιση ως αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της εξωτερικής πολιτικής και τη συνέχεια του κράτους.
Το πολιτικό ερώτημα, όμως, παραμένει:
Όταν ένα κράτος που αυτοπροσδιορίζεται ως «επιτελικό» χρειάζεται διαρκώς νέες εξαιρέσεις για να λειτουργήσει, τότε ενισχύεται ή ξηλώνεται το ίδιο του το αφήγημα;
Πηγή: pagenews.gr