Ενώ οι αγορές παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, μία λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη διάσταση της κρίσης εξελίσσεται μακριά από τα πρωτοσέλιδα: η τύχη περίπου 30 εκατομμυρίων ξένων εργαζομένων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των οικονομιών του Κόλπου.
Από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέχρι τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, εκατομμύρια εργαζόμενοι συνεχίζουν να εργάζονται υπό καθεστώς αυξανόμενης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα, τις μεταφορές, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα όμως δεν αφορά μόνο τις οικονομίες της περιοχής. Αφορά τις οικογένειες εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαρτώνται από τα χρήματα που αποστέλλονται κάθε μήνα από τη Μέση Ανατολή.
Τα $124 δισ. που στηρίζουν ολόκληρες οικονομίες
Το 2024 οι μετανάστες εργαζόμενοι στις έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου απέστειλαν περίπου 124 δισεκατομμύρια δολάρια στις πατρίδες τους.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ροές εμβασμάτων στον κόσμο, που χρηματοδοτεί την κατανάλωση, την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και τις μικρές επιχειρήσεις σε δεκάδες αναπτυσσόμενες χώρες.
Για πολλές οικονομίες της Νότιας Ασίας και της Αφρικής, τα χρήματα αυτά αποτελούν σημαντικότερη πηγή εισροής κεφαλαίων από τις ξένες επενδύσεις ή την αναπτυξιακή βοήθεια.
Η σημασία τους είναι τέτοια ώστε οποιαδήποτε διαταραχή στις ροές αυτές μπορεί να επηρεάσει ακόμη και τη σταθερότητα εθνικών νομισμάτων.
Οι πρώτες οικονομικές συνέπειες του πολέμου
Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες ιρανικές επιθέσεις αναχαιτίστηκαν, η σύγκρουση προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στις οικονομίες του Κόλπου.
Ο τουρισμός επιβραδύνθηκε, οι μεταφορές επηρεάστηκαν, οι ασφαλιστικές δαπάνες αυξήθηκαν, ενώ οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ δημιούργησαν νέες πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παράλληλα, επιχειρήσεις στους κλάδους της φιλοξενίας, των κατασκευών και των υπηρεσιών περιόρισαν δραστηριότητες ή καθυστέρησαν επενδυτικά σχέδια.
Για τους ξένους εργαζομένους, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη εργασιακή ανασφάλεια και χαμηλότερες προοπτικές εισοδήματος.
Η «σιωπηλή» πίεση στα νοικοκυριά των μεταναστών
Τα πρώτα σημάδια πίεσης έχουν ήδη καταγραφεί στα στοιχεία των διασυνοριακών πληρωμών.
Σύμφωνα με δεδομένα εταιρειών μεταφοράς χρημάτων, ο αριθμός των συναλλαγών παραμένει υψηλός, αλλά η μέση αξία των εμβασμάτων έχει μειωθεί περίπου κατά 12%.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να στέλνουν χρήματα στις οικογένειές τους, αλλά συχνά χρησιμοποιούν αποταμιεύσεις και αποθεματικά έκτακτης ανάγκης για να διατηρήσουν τα επίπεδα στήριξης.
Εκτιμάται ότι περίπου το 40% των αποστολέων εμβασμάτων αντλεί πλέον κεφάλαια από προσωπικές αποταμιεύσεις, για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα μετά την πανδημία.
Η Νότια Ασία στο επίκεντρο του κινδύνου
Η Ινδία, το Μπανγκλαντές, το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και οι Φιλιππίνες συγκαταλέγονται στις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τα εμβάσματα των εργαζομένων στον Κόλπο.
Στην Ινδία οι εισροές εμβασμάτων αυξήθηκαν αρχικά, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επέλεξαν να μεταφέρουν μεγαλύτερα ποσά στις οικογένειές τους λόγω της αβεβαιότητας.
Ωστόσο οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι αυτή η αύξηση πιθανόν να είναι προσωρινή.
Εάν η κρίση παραταθεί και οι εργαζόμενοι εξαντλήσουν τα αποθεματικά τους, οι ροές χρημάτων ενδέχεται να μειωθούν αισθητά μέσα στο 2026.
Η Νότια Ασία θεωρείται η πλέον εκτεθειμένη περιοχή, καθώς περίπου 9 εκατομμύρια εργαζόμενοι από τις χώρες αυτές απασχολούνται στον Κόλπο, οι περισσότεροι σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης και περιορισμένης οικονομικής προστασίας.
Το αδύναμο σημείο του μοντέλου του Κόλπου
Η κρίση αναδεικνύει μια δομική αδυναμία του οικονομικού μοντέλου που οικοδομήθηκε στις χώρες του Κόλπου από τη δεκαετία του 1970.
Οι οικονομίες της περιοχής βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ξένους εργαζομένους για την κατασκευή υποδομών, τη λειτουργία επιχειρήσεων και την παροχή υπηρεσιών.
Ωστόσο οι περισσότεροι δεν διαθέτουν μόνιμα δικαιώματα διαμονής, ισχυρά κοινωνικά δίχτυα προστασίας ή πρόσβαση σε μηχανισμούς στήριξης σε περιόδους κρίσης.
Η απώλεια εργασίας μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε οικονομική ασφυξία τόσο τους ίδιους όσο και τις οικογένειές τους στις χώρες καταγωγής.
Τα Στενά του Ορμούζ και η παγκόσμια αλυσίδα εμβασμάτων
Η προσωρινή διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξε πόσο στενά συνδέονται η ενεργειακή ασφάλεια και οι μεταναστευτικές ροές κεφαλαίων.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας επηρεάζει το κόστος ζωής στις χώρες του Κόλπου, ενώ η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζει τις ευκαιρίες απασχόλησης.
Έτσι, μία γεωπολιτική κρίση που ξεκινά από τις πετρελαϊκές οδούς της Μέσης Ανατολής μπορεί τελικά να επηρεάσει την κατανάλωση ενός νοικοκυριού στην Κένυα, στις Φιλιππίνες ή στην Ινδία.
Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν αποκαλύπτει ότι η πραγματική γεωοικονομική σημασία της Μέσης Ανατολής δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Η περιοχή λειτουργεί ως ένας από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους κόμβους μεταφοράς εισοδήματος προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν και η ένταση επανέλθει, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις αγορές ενέργειας. Θα επηρεάσουν εκατομμύρια νοικοκυριά που βασίζονται στα εμβάσματα για την καθημερινή τους επιβίωση.
Με άλλα λόγια, πίσω από τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων κρύβεται μια δεύτερη, λιγότερο ορατή οικονομία: εκείνη των μεταναστών εργαζομένων, οι οποίοι συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη ολόκληρων χωρών με τα χρήματα που στέλνουν κάθε μήνα στις οικογένειές τους.
Πηγή: pagenews.gr
Από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μέχρι τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, εκατομμύρια εργαζόμενοι συνεχίζουν να εργάζονται υπό καθεστώς αυξανόμενης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα, τις μεταφορές, το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα όμως δεν αφορά μόνο τις οικονομίες της περιοχής. Αφορά τις οικογένειες εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαρτώνται από τα χρήματα που αποστέλλονται κάθε μήνα από τη Μέση Ανατολή.
Τα $124 δισ. που στηρίζουν ολόκληρες οικονομίες
Το 2024 οι μετανάστες εργαζόμενοι στις έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου απέστειλαν περίπου 124 δισεκατομμύρια δολάρια στις πατρίδες τους.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ροές εμβασμάτων στον κόσμο, που χρηματοδοτεί την κατανάλωση, την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και τις μικρές επιχειρήσεις σε δεκάδες αναπτυσσόμενες χώρες.
Για πολλές οικονομίες της Νότιας Ασίας και της Αφρικής, τα χρήματα αυτά αποτελούν σημαντικότερη πηγή εισροής κεφαλαίων από τις ξένες επενδύσεις ή την αναπτυξιακή βοήθεια.
Η σημασία τους είναι τέτοια ώστε οποιαδήποτε διαταραχή στις ροές αυτές μπορεί να επηρεάσει ακόμη και τη σταθερότητα εθνικών νομισμάτων.
Οι πρώτες οικονομικές συνέπειες του πολέμου
Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες ιρανικές επιθέσεις αναχαιτίστηκαν, η σύγκρουση προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στις οικονομίες του Κόλπου.
Ο τουρισμός επιβραδύνθηκε, οι μεταφορές επηρεάστηκαν, οι ασφαλιστικές δαπάνες αυξήθηκαν, ενώ οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ δημιούργησαν νέες πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παράλληλα, επιχειρήσεις στους κλάδους της φιλοξενίας, των κατασκευών και των υπηρεσιών περιόρισαν δραστηριότητες ή καθυστέρησαν επενδυτικά σχέδια.
Για τους ξένους εργαζομένους, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη εργασιακή ανασφάλεια και χαμηλότερες προοπτικές εισοδήματος.
Η «σιωπηλή» πίεση στα νοικοκυριά των μεταναστών
Τα πρώτα σημάδια πίεσης έχουν ήδη καταγραφεί στα στοιχεία των διασυνοριακών πληρωμών.
Σύμφωνα με δεδομένα εταιρειών μεταφοράς χρημάτων, ο αριθμός των συναλλαγών παραμένει υψηλός, αλλά η μέση αξία των εμβασμάτων έχει μειωθεί περίπου κατά 12%.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να στέλνουν χρήματα στις οικογένειές τους, αλλά συχνά χρησιμοποιούν αποταμιεύσεις και αποθεματικά έκτακτης ανάγκης για να διατηρήσουν τα επίπεδα στήριξης.
Εκτιμάται ότι περίπου το 40% των αποστολέων εμβασμάτων αντλεί πλέον κεφάλαια από προσωπικές αποταμιεύσεις, για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα μετά την πανδημία.
Η Νότια Ασία στο επίκεντρο του κινδύνου
Η Ινδία, το Μπανγκλαντές, το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και οι Φιλιππίνες συγκαταλέγονται στις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τα εμβάσματα των εργαζομένων στον Κόλπο.
Στην Ινδία οι εισροές εμβασμάτων αυξήθηκαν αρχικά, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επέλεξαν να μεταφέρουν μεγαλύτερα ποσά στις οικογένειές τους λόγω της αβεβαιότητας.
Ωστόσο οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι αυτή η αύξηση πιθανόν να είναι προσωρινή.
Εάν η κρίση παραταθεί και οι εργαζόμενοι εξαντλήσουν τα αποθεματικά τους, οι ροές χρημάτων ενδέχεται να μειωθούν αισθητά μέσα στο 2026.
Η Νότια Ασία θεωρείται η πλέον εκτεθειμένη περιοχή, καθώς περίπου 9 εκατομμύρια εργαζόμενοι από τις χώρες αυτές απασχολούνται στον Κόλπο, οι περισσότεροι σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης και περιορισμένης οικονομικής προστασίας.
Το αδύναμο σημείο του μοντέλου του Κόλπου
Η κρίση αναδεικνύει μια δομική αδυναμία του οικονομικού μοντέλου που οικοδομήθηκε στις χώρες του Κόλπου από τη δεκαετία του 1970.
Οι οικονομίες της περιοχής βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ξένους εργαζομένους για την κατασκευή υποδομών, τη λειτουργία επιχειρήσεων και την παροχή υπηρεσιών.
Ωστόσο οι περισσότεροι δεν διαθέτουν μόνιμα δικαιώματα διαμονής, ισχυρά κοινωνικά δίχτυα προστασίας ή πρόσβαση σε μηχανισμούς στήριξης σε περιόδους κρίσης.
Η απώλεια εργασίας μπορεί να οδηγήσει γρήγορα σε οικονομική ασφυξία τόσο τους ίδιους όσο και τις οικογένειές τους στις χώρες καταγωγής.
Τα Στενά του Ορμούζ και η παγκόσμια αλυσίδα εμβασμάτων
Η προσωρινή διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξε πόσο στενά συνδέονται η ενεργειακή ασφάλεια και οι μεταναστευτικές ροές κεφαλαίων.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας επηρεάζει το κόστος ζωής στις χώρες του Κόλπου, ενώ η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζει τις ευκαιρίες απασχόλησης.
Έτσι, μία γεωπολιτική κρίση που ξεκινά από τις πετρελαϊκές οδούς της Μέσης Ανατολής μπορεί τελικά να επηρεάσει την κατανάλωση ενός νοικοκυριού στην Κένυα, στις Φιλιππίνες ή στην Ινδία.
Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν αποκαλύπτει ότι η πραγματική γεωοικονομική σημασία της Μέσης Ανατολής δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Η περιοχή λειτουργεί ως ένας από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους κόμβους μεταφοράς εισοδήματος προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν και η ένταση επανέλθει, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις αγορές ενέργειας. Θα επηρεάσουν εκατομμύρια νοικοκυριά που βασίζονται στα εμβάσματα για την καθημερινή τους επιβίωση.
Με άλλα λόγια, πίσω από τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων κρύβεται μια δεύτερη, λιγότερο ορατή οικονομία: εκείνη των μεταναστών εργαζομένων, οι οποίοι συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη ολόκληρων χωρών με τα χρήματα που στέλνουν κάθε μήνα στις οικογένειές τους.
Πηγή: pagenews.gr
